OMAΔΑ Α΄ ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΤΟΣ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Β.Θεοδώρου
Εγκώμιο
[απόσπασμα]
απο τη συλλογη ποιηματα (1957). Η ποιήτρια αφιερώνει το ποίημα αυτό στη μητέρα της που έχει πεθάνει, θυμάται τις φροντίδες, τον αγώνα που έκανε, δουλεύοντας ως επιστάτρια, να τη σπουδάσει, τη συμπαράσταση της στις δύσκολες στιγμές της ζωής στη φυλακή.
Πάντοτε δείλιαζες να παίρνεις•
δισταχτική είχες την παλάμη και στο δίκιο σου•
και για την πληρωμή του μεροκάματου σου
εχρώσταες χάρη.
Δε σε φελήσανε οι αγώνες μου.
Εσύ ήθελες να μείνεις πάντοτε παράμερα, και, ταπεινή,
από τον ουρανό περίμενες ανάπαψη.
Να 'σουν κοντά μου με το χαμηλό
τσεμπέρι, το δειλό περπάτημα χωρίς ελπίδα
- ας μην περίμενες χαρά και δικαιοσύνη.
Πάρε, για σένα τα 'φεραν τα ρόδα και τ' αρώματα, τα σπάνια, τ' ακριβά του κόσμου εσέ ταιριάζουνε, εργάτισσά μου αφρόντιστη κι αστόλιστη. Πάρε τα τα στεφάνια και τα κρύσταλλα με τα τριαντάφυλλα και με τις δάφνες.
Για σε θα σκύβουνε στο μάρμαρο οι τεχνίτες, οι σμίλες θα ιστορούνε το μόχτο σου, μ' ανάγλυφα θα διηγούνται τα πάθη σου, η Τέχνη θα καταδεχτεί να υψώνει αιώνια κι άφθαρτη τη θύμηση σου.
Οι γενναίοι δοξαστήκανε κι οι ήρωες,
όσοι κράτησαν τη Ζωή και φύλαξαν το Δίκιο.
Τώρα περνάς εσύ με το δειλό περπάτημα, το κουρασμένο,
και μπαίνει η Ταπεινότη σου στο Ηρώο.
Φόριε τα ρούχα της δουλειάς και το τσεμπέρι,
βαστά και το ταγάρι σου με το φαΐ της φυλακής
- με τούτα τα ιερά άμφια σε θέλουμε να μπεις
στης αιωνιότητας τη δόξα!
Βικτόρια Θεοδώρου
Γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων πήρε μέρος στην αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση συνέχισε το Γυμνάσιο και μπήκε στη Σχολή Νοσοκόμων. Κατόπιν σπούδασε Φιλολογία. Έργα της: Ποιήματα (1957), Βορεινό προάστιο (1966), Ουρανία (1978) κ.ά. Η ποίηση της διακρίνεται για την απλότητα και την ειλικρίνεια του αισθήματος.
Α. Μιχαλοπούλου, Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη, 64-66
Η Άννα και η Μαρία είναι πολύ καλές φίλες στο σχολείο . Η Αντιγόνη είναι η μητέρα της Άννας . Συχνά η Αντιγόνη παίρνει στο σπίτι της την Μαρία ή σε συγκεντρώσεις που πηγαίνει μαζί με την κόρη της.
Η Αντιγόνη μας παίρνει μαζί της στη γιορτή του Πολυτεχνείου. Έχουμε αγοράσει κόκκινα γαρίφαλα και συμμετέχουμε στην «ειρηνική πορεία». Στη μαμά έχω πει πως θα μείνουμε στην Πλάκα για να μελετήσουμε, επειδή δεν της αρέσουν οι διαδηλώσεις. Ούτε στην Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών θα πάει. Δεν έχει χρόνο, πλέκει την κουβέρτα της, ανεβατό και φιλτιρέ, για το διαγωνισμό της Γυναίκας. «Τι αηδίες είναι αυτές» λέει. «Η μαμά της Άννας έχει τα μυαλά της στον αέρα». Εμένα μου αρέσει η Αντιγόνη κι ας λέει ψέματα για την αλογοουρά. Είναι αδύνατη και αγωνίζεται για το καλό όλου του κόσμου, για τη δικαιοσύνη. Μερικές φορές ονειρεύομαι πως είναι η μαμά μου και νιώθω περήφανη όταν κάποιος άγνωστος στο δρόμο της λέει ((τι γλυκά που είναι τα κοριτσάκια σας)).
((Καλύτερα να βγάλεις τα γυαλιά σου» ψιθυρίζει η Άννα. «Μπορεί να έχουμε αναταραχές».
Στέιτ ιμέρτζενσι; Ίμπο και Χάουζα και φωτιές; Κι αν αρπάξουν την Αντιγόνη από τα μαλλιά και αποκα¬λυφθεί το ψέμα της; Λες;
Ένας άντρας λέει ότι στην αμερικάνικη πρεσβεία πετάνε πέτρες. Έξω από το Πολυτεχνείο τα πράγματα είναι ήσυχα. Το μεγάλο γλυπτό κεφάλι στο προαύλιο είναι καλυμμένο με γαρίφαλα και οι διαδηλωτές τραγουδάνε με μια φωνή: «Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, η ζωή τραβάει την ανηφόρα. Με σημαίες, με σημαίες, με σημαίες και με ταμπούρλα)). Ευτυχώς, η Άννα μου έμαθε κι αυτό το τραγούδι. Δε θέλω να τραγουδάω πια για αγόρια και για αγάπες. Σιχαίνομαι! Στριγγλίζουμε, έχουμε κοκκινίσει από την προσπάθεια να τραγουδήσουμε πιο δυνατά απ' όλους, να είμαστε οι πιο μεγάλες επαναστάτριες της Αθήνας! Μόνο έτσι θα πάρουμε την υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου και θα πάμε στο Παρίσι να σπουδάσουμε ζωγραφική δωρεάν. Ναι, η Άννα δε θέλει πια να γίνει Ζιζέλ Χαλιμί. Αποφάσισε να σπουδάσει ζωγραφική. Θέλει να είμαστε ίδιες.
Στο δρόμο της επιστροφής παίζουμε χουντοτσιγκολελέτα. Στην Πλάκα, η Άννα βάζει στο πικάπ τα τραγούδια του Λοΐζου, η Αντιγόνη καθαρίζει καρότα.
«Τι δώρο θα 'θελες για τα γενέθλια σου;» με ρωτάει.
Χαίρομαι που θυμάται τα γενέθλια μου. ((Δεν ξέρω, ό,τι νομίζεις...»
«Δεν έχεις κάποια συγκεκριμένη επιθυμία; Έλα, πες μου...»
Το μαχαίρι της κινείται σαν αστραπή, γδέρνει λιγάκι μόνο τη φλούδα, επειδή εκεί βρίσκονται όλες οι βιταμίνες, θα μ' άρεσε να μπορώ να καθαρίζω τα καρότα επιδέξια, όπως η Αντιγόνη, και μετά να τα ρίχνω στο νερό, να τα βράζω, να τους φτιάχνω ωραία σάλτσα με λεμονάκι.
«Καλά λοιπόν, θέλω κατσαρολικά».
«Κατσαρολικά; Αχ, μη μ' απογοητεύεις, Μαρία. θα σου πάρω το Γαϊτανάκι, εντάξει;»
«Τι είναι το Γαϊτανάκι»
«Ένας δίσκος της Ζωρζ Σαρή».
Ντρέπομαι που είπα «κατσαρολικά» και την απογοήτευσα. Η Αντιγόνη απογοητεύεται εύκολα. Αν μας πιάσει με την Άννα να διαβάζουμε τον Κόσμο της Πάτυ, βάζει τις φωνές. Μα η Πάττυ δεν κάνει τίποτα κακό. Απλώς αγαπάει τον Τζόνυ Βόουντεν, πάει βόλτες με τη φίλη της τη Σάρον και θέλει να γίνει νοσοκόμα. Στην Αντιγόνη δεν αρέσουν οι γυναίκες που γίνονται νοσοκόμες και φροντίζουν τους άντρες.
Ώρες ώρες θα 'θελα να 'μαι άντρας
ΟΜΑΔΑ Β΄
Κ. ΘΕΟΤΟΚΗ Η Τιμή και το Χρήμα
Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1914. Όπως όμως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στην αφιέρωση του στην Ειρήνη Δεντρινού «εγράφτηκε πριν από το βαλκανικό πόλεμο, που ήταν το προοίμιο του σημερινού ολέθριου σπαραγμού της Ευρώπης και εδημοσιεύτηκε για πρώτη_φορά στο Νουμά ενώ διαρκούσε και εμάνιζε εκείνη η αντάρα». Η χρονική περίοδος που γράφτηκε το διήγημα (νουβέλα θα λέγαμε σήμερα) συμπίπτει με την ακμή της σοσιαλιστικής δράσης του συγγραφέα. Το 1907-1909 ο Θεοτόκης παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Την εποχή αυτή σοσιαλδημοκρατική κίνηση στη Γερμανία βρίσκεται στην_ κορύφωση της. Κι ενώ στην πρώτη φάση της πεζογραφίας του ανανεώνει την ελληνική ηθογραφία με γλώσσα αδρή και λιτή (Κορφιάτικες ιστορίες), στη δεύτερη φάση, επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες, προσπαθεί να δείξει ότι με το κοινωνικό σύστημα που ισχύει, το χρήμα και το συμφέρον αλλοιώνουν το χαρακτήρα των ανθρώπων και κατευθύνουν τις πράξεις τους. (Ή Τιμή και το Χρήμα, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους). Ο ιδεολογικός αυτός προγραμματισμός δε ζημιώνει καθόλου το διήγημα, που είναι οργανωμένο δραματικά, με σκηνές ζωντανές και ανθρώπινες. Η Ειρήνη Δεντρινού σε ομιλία της με τίτλο «Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης σαν συγγραφέας, σαν άνθρωπος» είπε σχετικά:
«Στην Τιμή και το Χρήμα -το πρώτό κατά χρονολογική σειρά μεγάλο διήγημα του Θεοτόκη- περιγράφεται ιδιαίτερα το κερκυραϊκό προάστιο, το Μαντούκι, και γενικά η κατάσταση της Κέρκυρας στην εποχή της πρωθυπουργίας του Γ. Θεοτόκη. Αντίθετος προς το συνονόματο του, ο συγγραφέας καυτηριάζει σατιρίζοντας τα πολιτικά συστήματα της τότε εποχής, το κυρίαρχο ρουσφετολόι, την πρόοδο του συστηματικού λαθρεμπορίου στις κερκυραϊκές ακτές και την εξαχρείωση του εκλογέα. Ανάμεσα σε όλη αυτή την κίνηση πλέκεται το τρυφερό και γεμάτο ποιητική αφέλεια ειδύλλιο της Ρήνης και του Ανδρέα, που η χρηματική ανάγκη το παρακολουθεί για να το χτυπήσει θανάσιμα. Έτσι ο συγγραφέας, αφού μας αποδείξει πόσο κυρίαρχα, πόσο τυραννικά, το χρήμα επιβάλλεται και στα δυνατότερα και αγνότερα αισθήματα μας, βάζει στο στόμα της Ρήνης τον ύμνο της αγάπης, ανώτερης απ' όλα τ' άλλα συναισθήματα, με. μια φράση λιτή, χωρίς καμιά παράχορδη, επιδεικτική κραυγή, και που λιτότεοη γίνεται στο στόμα της κοπέλας του λαού: "Με τα τάλαρα δεν αγοράζεις την αγάπη».
Ο Αγγελος Τερζάκης επίσης έγραψε σχετικά τα εξής:
«Ποιος φταίει; Η ερώτηση ανεβαίνει αυθόρμητα στα χείλη του αναγνώστη σαν τελειώσει το διήγημα - κι αυτό είναι εκείνο που είχε αποζητήσει ο συγ¬γραφέας. Την απάντηση την έχει άλλωστε δώσει ο ίδιος με το «λάιτ μοτίβ»* του έργου: "Ανάθεμα τα τα τάλαρα!". Το λέει η Τρινκούλαινα, το λέει ο Αντρέας, -όταν βλέπει πως η ευτυχία χάθηκε πια- και τα δυο φαινομενικά α¬ντίπαλα μέρη». Με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, συνεχίζει ο Τερζάκης «σωτηρία δεν υπάρχει • οι άνθρωποι προστυχεύουν, τα ευγενικά συναισθήματα σβήνουν, τα πάντα γίνονται αντικείμενα συναλλαγής. Συμπόνια βαθιά μας απομένει, σαν κατακάθι, για όλους ανεξαίρετα τους ήρωες, αφού όλοι τους είναι θύματα και κανένας τους προσωπικά φταίχτης. Το δίπτυχο των αξιών, που εκφράζεται στον τίτλο του έργου, μένει, έτσι, γενικότερα αποφασιστικό και καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό του Θεοτοκικού έργου • Τιμή-Χρήμα» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Βασική Βιβλιοθήκη, Τόμ. 31, σ. 16).
[Οι λαθρέμποροι]
Σαν καλή νοικοκυρά η σιόρα Επιστήμη η Τρινκούλαινα εσηκώθηκε πρωί πρωί από το κρεβάτι, εφόρεσε μόνο το μεσοφόρι της, έσιαξε λίγο τα μαλλιά της, άνοιξε την πόρτα της κι εβγήκε μια στιγμή στο λιθόστρωτο καντούνι της. Οι γειτόνοι εκοιμούνταν ακόμη• εκοίταξε ψηλά το μικρό κομμάτι του ουρανού που ολοένα φώτιζε κι όπου έλαμπαν ακόμα δυο ή τρία αστέρια, εκοίταξε κιόλας στην άκρη του στενού του δρόμου τη θάλασσα, που. απλωνόταν ως τα απέναντι βουνά της Στεριάς σταχτιά κι ήσυχη, κι εξαναμπήκε πάλι στο σπίτι της για να ανάψει φωτιά στο μικρό μαγειριό της. Ήταν γυναίκα μισόκοπη, έως σαράντα πέντε χρονώ, λιγνή και ψηλή, με ζαρωμένο πρόσωπο, με πολλά μαλλιά άσπρα• αλλά τα μάτια της ήταν ζωερά κι ακόμα νέα.
«θα κάμει ζέστα σήμερα, εσυλλογίστηκε ανοίγοντας το μικρό παράθυρο του μαγειριού. Και βλέποντας πως το φως δεν ήταν ακόμη αρκετό, άναψε μ' ένα σπίρτο το κατάμαυρο λυχνάρι που κρεμότουν από ένα καρφί στον κοκκινωπό και καπνισμένον τοίχο πάνωθε από την ογνήστρα*, έπει-
λάιτ μοτίβ: (γερμ. λέξη)• φανερώνει μία φράση (όπως εδώ) ή ένα θέμα αρκετά χαρακτηρι¬στικό που σ' ένα μουσικό κυρίως έργο
τα εκοίταξε τριγύρου, γυρεύοντας με το βλέμμα την κούκουμα* του καφέ, έσκυψε κι επήρε κάρβουνα και τ' άναψε επιδέξια σε λίγες στιγμές στο σιδερένιο φουρνέλο*, φυσώντας τα με το στόμα πρώτα και στερνά με το βέντουλο*. Και εσυλλογιζότουν:
«Έξι στήματα* σφυρίδες* από τέσσερα φράνκα το οτήμα κάνουνε... έ¬ξι, κι έξι δώδεκα• και δώδεκα, εικοσιτέσσερα φράνκα• ως το Σάββατο με¬θαύριο, θα γενούνε άλλα τρία, τρεις ντουζίνες όλα όλα, τριάντα έξι φράν¬κα• θα πάνε κι αυτά μαζί με τ' άλλα στον κομό, και σαν γενούν εκατό του τα δίνω και τα παίρνει στην τράπεζα. Μην τα ιδεί όμως πρώτα ο μεθύστακας μου, γιατί τα παίρνει και τα κάνει στάχτη ευτύς στην ταβέρνα! Ωχ, τόνε γνοιάζει εκείνονε για τα παιδιά μας, για τσι κοπέλες μας! τα μαυρισμένα μεγαλώνουνε ωστόσο. Να, η Ρήνη μου, εγίνηκε, πάει, γυναίκα• αν επρόσμενα από 'φτόνε, αλίμονο της! Ό,τι εκάμανε τούτα τα μπράτσα, αλλιώς ουδέ πουκάμισο ν' αλλάξουμε δε θα 'χαμε». Κι αναστέναξε κουνώντας το κεφάλι.
Όλο παίζοντας με το βέντουλο εφώναξε στην κρεβατοκάμαρη:
«Ε Ρήνη, τι έπαθες σήμερα! Ασηκώσου, μωρή κοπέλα! Με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα. Δεν ακούς, ε! Ή κάνεις που δεν ακούς; Ξύπνα, λέω, ξύπνα».
«Ακόμα δεν εχάραξε, μητέρα» αποκρίθηκε από μέσα χασμουριώντας η Ρήνη που ήθελε να πάρει ακόμα ένα γλυκό σουρούπι*. ""
«Είναι μεσημέρι» της εφώναξε άσπλαχνα η μάνα της• «σήκω! Πρέπει να το πάρεις μάθημα να σηκώνεσαι πρωί• θα πας σε αντρός χέρια, και ανάθεμα δε θέλω να 'χω από τσου γαμπρούς μου.»
Ολομεμιάς στο καντούνι ακούστηκε βιαστικό ποδοβολητό.
«Τι να 'ναι» έκαμε η νοικοκυρά προσέχοντας.
Κι αφήνοντας το βέντουλο εξαναβγήκε στην πόρτα.
Από το γιαλό ανέβαιναν βιαστικά το καντούνι τρεις άνθρωποι. Ο ένας τους ήταν φορτωμένος μ' ένα βαρύ τσουβάλι που τον έσκυφτε• οι άλλοι δύο τον εβοηθούσαν με τα χέρια για να μπορεί να τρέχει. Κι αμέσως η νοικοκυρά εκατάλαβε τι εσυνέβαινε
κούκουμα: μεγάλο μπρίκι. φουρνέλο: φουρνάκι.
σφυρίδα: σάκκος για τη σύνθλιψη του ελαι-
«Eίναι λαθρέμποροι» !έλεγε με το νου της• «θα τους έλαχε κάποιος μπελάς οτο δρόμο• πώς λεχομανάνε*, οι καημένοι, από το φόβο τους κι από τον κόπο».
Ώστόσο οι άνθρωποι είχαν ζυγώσει το σπίτι της κυράς Επιστήμης και μπρος στην πόρτα της, καθαυτό στο κατώφλι, ε'ξεβοήθησαν* με μιας το σακί.
«Γλίτωσε μας» της είπε ο ένας βιαστικά- «κρούψε το».
Τον εγνόρισε ποιος ήταν. «Δε μπορώ, Αντρέα μου, να σε χαρώ» του 'πε γλυκά- «η αρχή μας υποψιάζεται».
Μα αυτήν την στιγμή ήρθε σιμά της κι η θυγατέρα της, ακόμα από τον ύπνο, άντυτη κι αυτή και ξέπλεκη, και επρόβαλε το ξανθό της κεφάλι με τα ρόδινα μάγουλα πάνου από τον οίμο της μάνας της, και της είπε με σπλάχνος*:
«θα το αρνηθείς του Αντρέα;»
Κι ο Αντρέας ωστόσο αποκρενότουν: «Η ώρα βιάζει• μας κυνηγούνε• κάμε ό,τι θέλεις- κατάδωσέ μας, α σου το λέει η καρδιά». Κι αμέσως με τους συντρόφους του επήρε το φύγι προς τον ανήφορο.
«Εκατάλαβες μπελιάς αμπονώρα, αμπονώρα*, που να μην είχα σηκωθεί!» είπε η κυρά Επιστήμη σταυρώνοντας ανάποδα τα χέρια της και κοιτάζοντας λυπητερά το τσουβάλι- «θέλεις και δε θέλεις πιε γάιδαρε άγιασμα. Και να σου λέω, μωρή κοπέλα, να σηκώνεσαι πρωί!»
«Έλα, μάνα» της είπε χαμογελώντας η Ρήνη, «πιάσ' το να το κυλήσουμε μέσα».
Και χωρίς να ειπούν άλλο λόγο το 'πιασαν και οι δύο με δύναμη και το 'συραν με προφύλαξη στο σπίτι. Η Ρήνη έκλεισε την πόρτα, έβγαλε από το πάτωμα, που σ' ένα μέρος _ήταν κινητό, δύο τρεις σανίδες, και σε μια στιγμή το σακί έπεφτε μέσα στο κατώγι και το πάτωμα ξαναρχόταν στη θέση του, σα να μην είχε γίνει τίποτα. Μα ο πατέρας τώρα εφώναξε από το κρεβάτι:
«Τι κάνετε, μωρέ παραδερμένες*; θα σας βάλουνε στη φυλακή και μένα μαζί σας, θα πάρεις τα παιδιά μας στο λαιμό σου».
«Το δικό μου τ' όνομα πάρ' το εσύ γειτόνισσα» του αποκρίθηκε η κυρά
Επιστήμη κάνοντας πως θυμώνει, «αφόντις μας εκατέστρεψες, κι εσπατάλησες ό,τι κι αν είχες στον τζιόγο*, στο πιοτό και ο Θεός το ξέρει που αλλού, τώρα χλιέσαι* τα παιδιά μας, μεθούα*! Πώς θα βγει το θεόψωμο;»
«Μα δε μας λείπει, μωρή γυναίκα» της αποκρίθηκε καθίζοντας στο κρεβάτι και κοιτάζοντας την πόρτα της κάμαρας όπου τώρα η νοικοκυρά εστεκότουν τρομερή, παρέτοιμη να μαλώσει περισσότερο.
«Το φέρνεις βλέπεις εσύ κάθε μέρα» του αποκρίθηκε βάζοντας το γρό-θο της στη ζώση*. «Πού ήσουνε εψές και επροψές και που θα πας απόψε; Στην ταβέρνα ε; Κι ακόμα έχεις μούτρο και μιλείς!»
«Ό,τι λάχει κι απολάχει» της απάντησε δειλά δειλά, θέλοντας να τελειώσει «η ίδια θα 'χεις το φταίξιμο. Μα ας αφήσουμε τώρα τσι κουβέντες, άμε να μου φτιάκεις τον καφέ να πάμε στη δουλειά μας».
«Δε γνοιάζεσαι παρά για την κοιλιά σου» του απάντησε με ημερότερη φωνή• «γιατί να 'σαι έτσι, καημένε;» Και ξαναγύρισε στο μαγειριά της, όπου τώρα τα αθράκια εξεψύχιζαν, και το νερό δεν είχε ζεστάνει.
Ο Αντρέας Ξης κι οι σύντροφοι τον έφυγαν. Οι χωροφύλακες, που κατέφθασαν σε λίγο, δεν κατορθώνουν να πάρουν καμιά πληροφορία από τη σιό¬ρα Επιστήμη, για να τους πιάσουν. Αφού πέρασαν κάμποσες μέρες, ο Αντρέας επισκέφτηκε τη σιόρα Επιστήμη, για να πάρει πίσω το τσουβάλι, που είχε μέσα ζάχαρη (η ζάχαρη ήταν είδος που το πουλούσε το κρατικό μονοπώλιο: η πώληση της από ιδιώτες απαγορευόταν). Με τη συζήτηση, η Τρινκούλαινα δέχτηκε να το αγοράσει η ίδια και να δανείσει 100 τάληρα του Αντρέα, που κατάγεται από οικογένεια αρχοντική' ο πατέρας του όμως του άφησε χρέη και κινδυνεύει να πουλήσει το σπίτι του. Η συνάντηση αυτή ήταν αποφασιστική: η Ρήνη δείχνει όλο το ενδιαφέρον της για τον Αντρέα, που για πρώτη φορά την προσέχει• «από κείνη την ημέρα εκοίταζε μ' άλλο βλέμμα τη θυγατέρα της, κι όταν την αντάμωνε την εχαιρετούσε χαρούμενος».
[Στην ταβέρνα τον Τραγούδη]
Η ταβέρνα του Τραγούδη, η πιο ακουσμένη στο προάστιο για το καλό της το κρασί, είναι γεμάτη από ανθρώπους εργατικούς. Ο Αντρέας, μαζί με το θείο του Σπύρο και το φίλο του Αντώνη, βρίσκεται ανάμεσα τους. Ενώ πίνουν, συζητούν,για τα πολιτικά και για τις εκλογές που πρόκειται να γίνουν. Ο Αντρέας τους καλεί να ψηφίσουν τον υπουργό που υποστηρίζει κι αυτός' μες στην ταβέρνα οι περισσότεροι φαίνεται να συμφωνούν, εκτός από έναν:
«Και εδώ να τόνε ψηφίσουμε» είπε ένας μάστορας που έπινε ορθός ένα κρασί, «τίποτα δεν κάνει. Για πες μου, τι θα κάμουνε οι άλλες οι επαρχίες. Εδώ ας τσου πάρει και τσ' οχτώ η χωριατιά είναι μαζί του• αμή αλλού; Σας το δίνω γραφτό, η Κυβέρνηση είναι πεσμένη».
«Το ξέρουμε» του αποκρίθηκε ο Αντρέας «που εσύ δεν ανήκεις στο κόμμα, γιατί δεν έφαες όσα ήθελες από την εργολαβία του θεάτρου• μα το χατίρι δε θα σου γένει».
Ο άλλος εκοίταξε ολόγυρα του, και αφού εκατάλαβε πως κανένας δεν ήταν με το μέρος του δεν απάντησε.
«Τι να σας πω», ξακολούθησε ο Αντρέας, μιλώντας χαμηλόφωνα στους συντρόφους του, «α γένει αυτό που κράζει τούτος ο κόρακας, τότε βέβαια δε μένει άλλο παρά η παντρειά. Σε δύο μήνες τα χρέγια δε βγαίνουνε. Ε μπάρμπα, τα 'χει τα χίλια αυτή που λες;»
«Και περισσότερα» του αποκρίθηκε χαρούμενος. «Εγώ, μωρέ, σου τα καταφέρνω όπως θέλει ο Θεός• και θα με συχωράς μια μέρα, μωρέ παιδί».
«Μα έχει κάτι μάτια η άλλη!» είπε πάλε ο Αντρέας κουνώντας το κε¬φάλι του.
«Α! η Ρήνη του Τρίνκουλου, ε;» είπε ο Αντώνης πίνοντας μια γουλιά
κρασί και χτυπώντας τα χείλη του.
«Μες στην καρδιά μπήγεται το βλέμμα τση. Και ανάκουστη και αμελέτητη* και δουλεύτρα. Ω να 'μουνα ελεύτερος!»*
«Θα την έπαιρνα, μα τον Άγιο» είπε ο Αντρέας σηκώνοντας το καπέλο του, «μα τι να σου κάμω. Είναι βλέπεις τα όβολα. Για την οικογένεια τόσο τόσο δε θα μ' έγνοιαζε. Ως και οι αρχόντοι παίρνουνε τσι δούλες τσου και χειρότερες. Κάποιος δεν επήρε μία δημόσια* από το δρόμο, και τώρα κά¬νει και βίζιτες μαζί τση, κι αυτή πάει σ' όλα τ' αρχοντικά, και την έχει στα μεταξωτά ντυμένηνε; Εμέ, μπάρμπα, η Ρήνη, να ζεις, ντροπή δε θα μου 'φερνε».
«Πάρτηνε, Αντρέα» είπε ο Αντώνης• «αυτή είναι γυναίκα για το σπίτι σου».
«Τι του λες, μωρέ» είπε ο μπάρμπας• «αυτή για εμάς δεν είναι, δεν έχει παράδες! Εγώ του 'πα τι έχει να κάμει».
«Να τση 'δινε μοναχά η Επιστήμη τα χίλια*, κι ήβλεπες!» είπε ο Αντώ¬νης.
«Α δεν ήτανε» είπε ο Αντρέας «το σπίτι μου σ' αυτή την περίληψη*, και τίποτα να μην είχε, παρά μονάχα ό,τι φορεί την καθημερινή, την έπαιρνα, γιατί έχει ξανθά μαλλιά και κάτι μάτια!., και κοιτάζει τόσο αθώα, τόσο γλυκά! Τώρα το κατάλαβα που 'ναι όμορφη. Εγίνηκε μια κοπελάρα! Εξεσπούρδισε* με μίας. Ούτε η χώρα δεν έχει μίαν όμοιανε. Μα τι κάνουνε τα τάλαρα, ανάθεμα τα κι όπου τα ανάδειξε!»
«Το λες γιατί δεν έχεις» του 'πε πονηρά ο μπάρμπας σουφρώνοντας το μέτωπο. «Πάρε, μωρέ, αυτήνε που σου λέω εγώ, και βλέπεις α δεν τα βλοήσείς. Ζωή χαρισάμενη, μωρέ. Τάλαρα, μου λες; Αυτά είναι οι θεοί σε τούτην τη γης! Φάε, αγάπη, μωρέ!» Κι έκαμε με το χέρι του το βιολί α-πάνου στην κοιλιά ττου. «Μα ψηλά τη γούνα σου, Αντρέα, κοίταξε μη σου την κολλήσουνε, μωρέ, και δεν έχεις ξεμπερδεμούς. Μην παραπερνάς το καντούνι τση. Μου λένε, πως τση μιλείς κιόλας».
«Παιδούλα την εγνώρισα και να μη τση μιλώ; Γιατί;»
«Γιατί εγίνηκε γυναίκα», του αποκρίθηκε ο μπάρμπας με σοβαρό ύφος.
Στην ταβέρνα τώρα οι χωριάτες είχαν φύγει. Κι από ένα άλλο τραπέζι αντήχησε από πολλά στόματα ένα άλλο τραγούδι:
Σαν απεθάνω θάψε με δω μέσα στην ταβέρνα να με πατεί η ταβερναριά κι η κόρη που μ' εκέρνα Στο τέλος του τραγουδιού όλη η ταβέρνα εγέλασε. Ο κόσμος είχε πληθύνει. Ο μικρός ξυπόλητος δούλος δεν επρόφτανε να πλένει τα ποτήρια, κάποιοι κρασισμένοι εφώναζαν περισσότερο. Και η κουβέντα ήταν γενικιά. Εμιλούσαν για τα καράβια, για τα παπόρια που έρχονταν φορτωμένα κάρβουνα και που εφόρτωναν τα λάδια του νησιού• εμιλούσαν για τα παζάρια του λαδιού που εκείνην τη χρονιά είχαν βασταχτεί ακριβά πολύ, για τα χρήματα που έμπαιναν στον τόπο• εμιλούσαν για τους φόρους που έβαζε η Κυβέρνηση, κάθε, Κυβέρνηση, ετοιμάζοντας πόλεμο, για να στέλνει του τόπου τα πλούτη, τον ίδρο του εργάτη, σε ξένα πουγκιά, των πλούσιων της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας, και κάπου κά¬που αντίσκοφτε την ομιλία ένα αρμονικό τραγούδι σαν τούτο:
Κορίτσι δεν αγάπησα ποτέ με τον παρά μου
παρά με το τραγούδι μου και με τον ταμπουρά * μου.
[Δουλεντάδες κι οι δυο, ποιόνε έχουμε ανάγκη;}
Είναι Κυριακή απόγευμα: όπως συνήθιζε να κάνει κάθε Κυριακή, η σιόρα Επιστήμη μαζί με άλλες νοικοκυρές καθόταν κουβεντιάζοντας στη μικρή πλατεία του προαστίου. Ξαφνικά, μαθαίνει από κάποια γυναίκα, που ήρθε στην παρέα της, πως η Ρήνη έβαλε μες στο σπίτι τους τον Αντρέα. Στην αρχή προσπαθεί να φανεί ατάραχη και να την πείσει πως μες στο σπίτι ήταν ο άντρας της (αγαθός τύπος, που συνήθως ήταν πιωμένος). Ούτε κι η ίδια όμως δεν πιστεύει στα λόγια της• έπειτα φεύγει για να δει τι έγινε. Βρήκε στο σπίτι τον Αντρέα και τη Ρήνη μόνους.
«Αντρέα» είπε με σιγαλή μα σταθερή φωνή, «εβάλθηκες να ντροπιάσεις το φτωχικό μου»;
«Ω μάνα» είπε η Ρήνη ξεσπώντας σε δάκρυα, «ω μάνα!»
«Όχι» είπε ο Αντρέας γενόμενος πλιο κόκκινος.
«Δεν εσκέφτηκες» ξακολούθησε πικρά, «πως είμαστε φτωχοί άνθρωποι, αδύνατο μέρος, πως δεν έχουμε παρά του θεού την ολπίδα και την υπόληψή μας, και το μοναχό αποκοΰμπι τση φαμιλιάς μου δεν είμαι παρά εγώ, μία καημένη γυναίκα, σαν έρμη,,γιατί τον άντρα πόχω είναι σα να μην τον είχα;» Κι ε βάλθηκε να κλαίει.
«Ω μάνα!» ξανάπε αναστενάζοντας η Ρήνη, «θα σου πετ η καρδιά του είναι χρυσή• δεν καταδέχεται την ατιμία».
«Γιατί τον έμπασες μέσα; Γιατί ήρθες μέσα, Αντρέα; Η γειτόνισσα στο φόρο* το βουκινίζει* κι έχει δίκιο• ποιος θα τήνε πάρει τη δυστυχισμένη τώρα που της έκαμες αυτό το κακό;»
«Άκου» είπε ο Αντρέας πειραγμένος, «όλο το μπόργο* μ' εγνώρισε τίμιονε, και η ίδια με ξέρεις. Τι να σου κάμω; Η αγάπη δεν παίρνει το θέλημα τω γονιώνε' γεννιέται μοναχή τση. Τη Ρήνη σου εγώ τήνε παίρνω».
«Δε μένει άλλο» είπε η μάνα μ' έναν αναστεναγμό παρηγορητικό, «έτσι μόνο θα γλιτωθεί η τιμή μας».
«Α θέλεις» ξανάπε αδιάφορα ο Αντρέας «φέρε και τώρα τον παπά και το νούνο* για να τελειώσει. Μα, σιόρα Επιστήμη, ξέρεις την περίληψη του σπιτιού μου. Ο κακομοίρης ο πατέρας μου μ' άφηκε χρέγια που ολοένα τα πλερώνω• τι να πρωτοκάμω μ' αυτά τα μπράτσα; Σκίσε μου την καρδιά μέσα θα 'βρεις τη Ρήνη σου. Την αγαπάω, από κείνο το βράδυ τα μάτια της μ' εκάψανε. Μα πώς να τήνε ζητήσω, πώς να κουναρήσω* παιδιά;»
«Αυτό συλλογιέσαι! Και δε βοηθάει ο θεός; Δουλευτάδες και οι δύο, ποιόνε έχετε ανάγκη;»
«Όχι, σιόρα Επιστήμη• θα ξεπέσει κι άλλο το σπίτι μου• θα μου το που¬λήσουνε, θα ντροπιαστώ στον κόσμο!»
«Δουλευτάδες και οι δύο, ποιόνε έχουμε ανάγκη;» είπε τώρα η Ρήνη ανάμεσα στα δάκρυα της, «και σ' ένα καλύβι, με την αγάπη μας, θα ξαλλάζαμε τη ζωή μας και για όλο το βίος του κόσμου»;
«Θέλω να 'σαι σαν κυρά στα χέρια μου• δε σε παίρνω στην κακομοιριά. Τι δίνεις, κυρά Επιστήμη»;
«Τον άνθρωπο μου» αποκρίθηκε με περηφάνια σφουγγίζοντας τα μάτια της, «και την ευκή μου! Γιατί δεν πράζεις σαν .τίμιος άντρας που είσαι;
Την αγαπάς; πάρ' τήνε. Ο Θεός βοηθός. Φτωχοί άνθρωποι είμαστε• το 'ξερες!»
«Χωρίς τίποτα;» ερώτησε στενοχωρημένος.
«Την επείραξες!» κι είναι αδύνατο μέρος η δύστυχη. Τρεις εκατοστές* έχει κι όχι άλλα».
«Σαν τίποτα» είπε σταυρώνοντας τα χέρια• «τι να πρωτοκάμω;»
«Την επείραξες» του ξανάπε η μάνα αψωμένη• «αν είσαι τιμημένος δείχ' το• είδε την έχεις στο λαιμό σου!»
«Δώσ' μου έξι* να λευτερώσω κάνε το σπίτι μου. Ανάθεμα τα τα τάλαρα!»
«Ω δώσ' τα μάνα!» είπε τότες κλαίοντας η Ρήνη και σηκώνοντας προς τη μάνα τα χέρια της• «μ' αυτά θ' αγοράσεις την ευτυχία μου. Όσοι άντρες κι αν είναι στον κόσμο, ούτε και βασιλόπουλα, δε θα μ' αγαπήσει κανένας σαν τον Αντρέα• ούτε και γω!»
«Τι λες;» της αποκρίθηκε, ρίχνοντας της μια σκληρή ματιά. «Εσύ έσφαλες• κι εγώ ν' αδικήσω τ' αδέρφια σου τ' άλλα; Δυο θεριά αξαίνουνε ολοένα κατόπι σου και τ' αρσενικό μένει στο δρόμο. Τι άλλο να κάμω για σας; Ό,τι μπορούσα δεν το 'καμα; Δεν έχω άλλα!»
«Έτσι είναι αδύνατο» είπε ο Αντρέας κι εδάκρυσε.
Μα τότες η κυρά Επιστήμη εθύμωσε. Εσήκωσε ψηλά το χέρι της, και αχνή και με σπίθες στα μάτια του 'πε:
«Έτσι ήτανε από την αρχή του το σπίτι σου• έτσι! κι εχαλάστηκε καταπώς του 'πρεπε. Και συ ακολουθάς το παράδειμα*. Ω καταραμένε, τι σου χρωστούσα να πειράξεις την ησυχία του σπιτιού μου, την καλύτερη κοπέλα του μπόργου, ω που να πιάνεις χρυσάφι και να γένεται χώμα»!
«Μην καταριέσαι» είπε χτυπώντας φοβισμένη τα στήθια της η κόρη «δεν το 'θελε έτσι, μάνα• μ' αγαπάει• δώσ' τα, δώσ' τα!»
«Και συ» της είπε ακολουθώντας με οργή, «αφού εγίνηκες όπως εγίνη• κες, κι έχασες, ανέμυαλη, την καημένη σου τη νιότη! σύρε, κακομοίρα μου, κουρέψου σε κανένα μοναστήρι! Ωχ, τι να σε κάμω!» Κι έπεσε σ* μια καρέκλα κι έκρουψε το τίμιο πρόσωπο της στα χέρια της και εβάλθηκε να κλαίει πικρά πικρά χωρίς να φωνάζει.
Εκλαιγαν και οι τρεις τους.
«Ω!» έκαμε δειλά δειλά η Ρήνη, κοιτάζοντας τον Αντρέα με μάτια δακρυσμένα και περιπλέκοντας τα δάχτυλα της• «δουλευτάδες και οι δύο ποιόνε έχουμε ανάγκη;»
«Δε μπορώ» ξανάπε ο νέος με πόνο• «αύριο θα 'μαοτε στο δρόμο• δε σε παίρνω στη φτώχεια και στην καταφρόνια».
Κάμποση ώρα έμειναν πάλε σιωπηλοί και οι τρεις. Η κάμαρα εσκοτείνιαζε τώρα, γιατί ο ήλιος είχε καθίσει• και δεν ακουόταν τίποτα άλλο πα¬ρά ο κουφός ανασασμός της νοικοκυράς που δεν εσάλευε. Κανένας εκείνο το βράδυ δεν εσκεφτότουν ν' ανάψει το φως.
Και τώρα ήταν η Ρήνη που εθύμωνε και που απελπισμένη επαναστατούσε:
«Εσύ, μάνα» είπε βραχνά, «κι όχι ο Αντρέας, εσύ με παίρνεις στο λαιμό σου για λίγα λεφτά! Έχεις και δεν τα δίνεις. Και δέκα και δώδεκα εκατοστές έχεις, το ξέρω εγώ• και κάνεις δουλειές κάθε μέρα, και τα αβγατίζεις τα τάλαρά σου. Και τώρα... και τώρα θέλεις να με κλείσεις σε μοναστήρι, εμένανε που σ' εδούλεψα, που τα 'βγαλα η ίδια τα προικιά μου με τον κόπο μου, για να 'χουνε τ' άλλα σου τα παιδιά περισσότερα. Ω μάνα! Ω μάνα!»
«Τρεις εκατοστές είναι οι δικές σου» της αποκρίθηκε με βραχνή φωνή χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.
«Θα σε πάρω» της είπε στ' αυτί ο Αντρέας• «έχε υπομονή!» κι αδρα-σκέλισε βιαστικά το κατώφλι.
[Ανάθεμα τα τάλαρά]
Η ζωή εν τω μεταξύ συνεχίζεται. Ο Αντρέας εξακολουθεί το λαθρεμπόριο με το καΐκι του. Σε κάποιο ταξίδι του μαθαίνει πως η Ρήνη πρόκειται να παντρευτεί. Μετανιώνει που τόσον καιρό δεν έκαμε τίποτε. Βγαίνει στη στεριά και πηγαίνει στο σπίτι της. Τη βρίσκει μόνη της. Την πείθει, παρά τους δισταγμούς της, και τον ακολουθεί στο σπίτι του. Όταν αργότερα η σιόρα Επιστήμη θα τους επισκεφτεί, ο Αντρέας της υπόσχεται πως θα παντρευτεί τη Ρήνη χωρίς καμιά άλλη απαίτηση.
Της ζητάει 1.000 τάλαρά για προίκα. Αυτή επιμένει ότι μόνο 300 μπορεί να δώσει. Ο Αντρέας, όταν μαθαίνει την τελική της απάντηση, αποφασίζει να δουλέψει, για να ξεχρεώσει το σπίτι, που πρόκειται να πουληθεί. Εγκαταλείπει στο σπίτι τη Ρήνη, που είναι έγκυος, ψαρεύει και πουλάει τα ψάρια στην αγορά. Εκεί τον βρήκε η σιόρα Επιστήμη και του ζητάει να συζητήσουν. Αυτός δε δέχεται και τη διώχνει. Στην απελπισία της αρπάζει ένα μαχαίρι και τον χτυπάει σκληρά στο μπράτσο. Ενώ την πιάνουν οι αστυνομικοί, λέει του Αντρέα: «Μη μου χάσεις το σπίτι μου. Πάρ' το κλειδί του κομού και σύρε να σου τα δώκει όλα όσα έχω ο άντρας μου• όλα• μόνο διαφέντεψε* με στο δικαστήριο. Ανάθεμα τα τα τάλαρά!» Ο Αντρέας, που η πληγή του είναι επιπόλαιη, τρέχει χαρούμενος στο σπίτι του. Αε βρίσκει τη Ρήνη. Πηγαίνει έπειτα στο σπίτι της και της λέει τα νέα.
Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε το βλέφαρο και δεν του αποκρίθηκε.
«Γιατί δε χαίρεσαι;» την ερώτησε.
Κι αυτήν τη στιγμή εμπήκε στο σπίτι ο γέροντας ο Τρίνκουλος. Έτρεμε όλος, αχνός, λιγνός, φοβισμένος, με μάτια που το κρασί από τόσα χρόνια του τα 'χε θολώσει. Μα τώρα ήταν ξενέρωτος κι εδάκρυζε. Είχε ακούσει τα τελευταία τα λόγια του Αντρέα κι αγκάλιασε μ' αγάπη τη θυγατέρα του. Κι εκεί δεν εμπόρεσε πλια να βαστάξει. Ένα αναφιλητό βαρύ βαρύ του ετίναξε τα στήθη κι εμούγγρισε για να μην ξεφωνίσει το κλάμα.
Κι ο Αντρέας στενοχωρημένος εκοίταζε τα δύο πλάσματα, που αγαπιόνταν, που υπόφερναν εξαιτίας του και που τώρα δεν εμιλούσαν.
Τέλος ο πατέρας της είπε, σφίγγοντας την στην αγκαλιά του: «Σ' εδυστύχεψε!»
Δεν είπε ποιος. Ο νους του ήταν ίσως για τη γυναίκα του, μα ο Αντρέας ενόμισε πως τα λόγια τον εχτυπούσαν εκείνον, κι είπε: «Έφταιξα• μα τώρα εδιορθωθήκανε όλα. Την Κυριακή βάζω στεφάνι. Εδώ τα κλειδιά του κομού• είπε να μου τα δώκεις τα χίλια».
«Και ξαναγοράζεις» του 'πε η Ρήνη πικρά «και την αγάπη; Ω, τι έκαμες!» Κι εβάλθηκε να κλαίει.
«Την αγάπη;» ερώτησε αχνίζοντας• «και δεν την έχω;»
«Όχι!» του αποκρίθηκε «όχι! για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις και χωρίς αυτά δε μ' έπαιρνες• πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!»
«Θα ξανάρθει» της απολογήθηκε λυπημένος, «στη ζεστή τη φωλιά του. Η ζωή μας θα 'ναι παράδεισος!»
«Όχι!» του 'πε, «έπειτα απ' ό,τι έκαμες όχι! κι α σ' αγαπούσα, δε θα ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα• ποιόνε έχω ανάγκη;» Και σε μία στιγμή ξακολούθησε: «Γιατί ν' αδικηθούν τα αδέρφια μου;»
«Σ' εδυστΰχεψε!» είπε πάλι πικρά ο πατέρας που τώρα ήταν ξενέρωτος. «Γιατί να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση το 'πα; Ανάθεμα τα τα τάλαρα!»
«Πάμε!» είπε ο Αντρέας.
«Όχι!» του 'πε μ' απόφαση• «εδώ είναι ο χωρισμός μας. Θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ' άλλους τόπους• θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για να 'βρώ αλλού εργασία• θα τα πάρει από τες κυράδες της. Όχι, δεν ..έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα• ποιόνε έχω ανάγκη;» Κι έπειτα από μία στιγμή σα ν' απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν έρχομαι!»
Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κι εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα 'ταν χαμένα.
«Ανάθεμα τα τα τάλαρα!» εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η ευτυχία μου!»
Κι ε βγήκε στο δρόμο.
Δ. Χατζή , Μαργαρίτα Περδικάρη,216-215
Υστερα, οι δυο τους μαζί κουβαλήσανε νύχτα το μικρό πολύγραφο στο κατώι. Και προτού να φύγουν ένα βράδι, ή Αγγελικούλα φώναξε τη Μαργαρίτα στην αυλή τους... Ό άνθρωπος με τη μεγάλη κεφάλα στεκότανε δίπλα της. Ένιωσε το χέρι της να τρέμει μέσα στη ζεστή χερούκλα πού το 'σφιγγε δυνατά. Αυτός είδε τα μάτια της, δυο μεγάλα μάτια πού λάμπανε μέσα στο σκοτάδι:
— Καί, λοιπόν, γεια σου Μαργαρίτα...
Δεν είπε τίποτα.
—"Οταν γυρίσουμε...
Της έφάνηκε λόγος φτωχός, πενιχρός για κείνη την ώρα.
-Εγώ δε χρειάζομαι τίποτα πια...
Της άφησε το χέρι κι ακούμπησε τα δικά του πάνω στους ώμους της. Την πείραξε πού 'τανε ψηλότερός της. Τάνυσε το κορμί της ακέριο, άπλωσε τα χέρια της και δεν τρέμαν καθόλου — του χάιδεψε το κεφάλι. "Ετσι όπως την κράταγε από τους ώμους την τράβηξε και την φίλησε. Ή Αγγελικούλα, λίγο πιο πέρα, έβλεπε κ' έκλαιγε.
- Χαίρε, συντρόφισσα Μαργαρίτα.
- Χαίρε Νικόλα, δικέ μου Νικόλα. Αγγελικούλα
χαίρε...
"Υστερα ένας μικρός, ένας μπόμπιρας τόσος δα, στέκεται το βράδι πίσω άπ' τη γκρεμισμένη ξερολιθιά και της δίνει το στένσιλ. Μέσα στα έξη φαντάσματα πού στριφογυρίζουν τη μέρα στο δίπατο σπίτι των Περδικάρηδων, ακόμα ένα φάντασμα σαλεύει τώρα μέσα στη νύχτα. Ό μικρός πολύγραφος δουλεύει αθόρυβα -ένα θρούχ μονάχα της οργκαντίνας κάθε φορά. Και της φτάνει τόσο της Μαργαρίτας για να ξανακούει μέσα στην καρδιά της την ίδια φωνή χαίρε Μαργαρίτα, συντρόφισσα Μαργαρίτα. "Ομορφα νοικοκυρεμένα ετοιμάζει το πακέτο πού θα 'ρθεΐ τ' άλλο βράδι να το πάρει ο μικρός εκεί στην ξερολιθιά του μεσότοιχου. "Ενα παιδί πού χαμογελάει και της κλείνει το μάτι
218
ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
-Εντάξει Μαργαρίτα.
- Αύριο βράδι.
-Στίς 7;
—"Οχι, στις 7.30 να 'ρθεϊς.
- Δε θα 'ρθω γώ, θα 'ρθει ό γέρος. Στή γωνιά του σκολείου...
Μέσα σ' αυτόν τον καιρό, ή ξαδέρφη ή Φωτεινή πέθανε από καρδιακή προσβολή πάνω σε μια κρίση υστερίας. Ό θείος ό Στέφανος έπεσε κι αυτός στο κρεβάτι άπόπληκτος. Εΐτανε ό καιρός πού ό κόσμος ολόκληρος αλάλαζε με τις νίκες στη Ρωσία, σ' όλα τα μέτωπα, με το τέλος του πολέμου πού κόντευε. Ή οικογένεια είχε τις δικές της καινούργιες περιπλοκές: Ή κληρονομιά της Φωτεινής κ' ή φροντίδα για το Στέφανο. Οι καβγάδες φτάσανε πάλι στ' άκρα, μ' όλο πού ή κληρονομιά της Φωτεινής ισοδυναμούσε με το μηδέν κ' ή φροντίδα για το Στέφανο εϊτανε κι αυτή τιποτένια — πολύ λίγα πράματα χρειαζότανε πια. "Ύστερα από πολλά βρέθηκε τέλος σωστό να κληρονομήσει η Μαργαρίτα τη Φωτεινή κ' ή μάνα της να φροντίζει το Στέφανο. Ή Μαργαρίτα δεν είχε καμιάν αντίρρηση για όλα αυτά απολύτως καμιά, όπως είπε. Φαινότανε έτσι πώς θα ησύχα¬ζαν πια, όταν ένα καινούργιο περιστατικό έφερε την πιο μεγάλη αναστάτωση. Ή θεία Κατερίνα ανακάλυψε πώς από το σεντούκι της Φωτεινής λείπανε δυο μαξιλάρια, Ένα λινό τραπεζομάντηλο, κ' ένα βάζο από πορσελάνη. Στ' όνομα του «παιδιού» ζήτησε με φοβερές κατάρες να 'ρθοϋνε πίσω τα κλοπιμαία. "Ολοι τους αρνήθηκαν την κατηγορία. Ό θείος Στέφανος, σαν κατάκοιτος έμεινε έξω από κάθε υπόνοια. Από τους άλλους όλους, κατάρες και βρισιές διασταυρώθηκαν με τους πιο φοβερούς όρκους. Μα σα δεν έβγαινε τίποτα, φαινότανε με τον καιρό να ξεχνιέται κι αυτό.
Ό κατάκοιτος Στέφανος ωστόσο εξομολογήθηκε μυστικά στην Κατερίνα πώς τα πολύτιμα είδη κλέφτηκαν μέσα στο σπίτι και κλέφτηκαν ύστερα από το θάνατο της Φωτεινής του. Ειταν σίγουρος πέρα για πέρα, ή ίδια του τα 'χε δείξει λίγο πριν άπ' το θάνατο της. "Οσο γι' αυτόν, να της πεϊ την αλήθεια, πολύ φοβόταν για το Βασίλη.
Ή θεία Κατερίνα μίλησε τότες και με το Βασίλη. - Και γιατί να τα κλέψω τα μαξιλάρια; είπε ό φιλήσυχος αστρονόμος. Εγώ μονάχα λίγο ρακί χρειάζομαι. Ή Μαργαρίτα μου το δίνει.
— Σοΰ το δίνει;
— Και βέβαια, περηφανεύτηκε αυτός. Καλό το κορίτσι.
— Καλάθια... Και που τα βρίσκει για να σου δώσει;
-Ξέρω γώ που τα βρίσκει; Μια φορά έχει...
Ή θεία Κατερίνα βάλθηκε τότες να ψάχνει μέσα στο σπίτι μοναχή της και κρυφά από τους άλλους. "Εψαξε πρώτα στης Αντιγόνης τίποτα. "Ύστερα στοϋ Περικλή πάλι τίποτα. Ξανάψαξε στην κασέλα της Φωτεινής, μη γελάστηκε δεν εΐταν. "Αλλες δυο φορές στο δωμάτιο του Βασίλη — μήτε κει δεν εϊταν.
— Είναι, είναι, μέσα στο σπίτι, 'γώ πού στο λέω,φώναζε ό Στέφανος.
Θυμήθηκε τ' άνοιγμα στο ταβάνι π' ανέβαιναν οί μαστόροι στη στέγη. Πήρε τη σκάλα κι ανέβηκε πάνου, στο χώρισμα του ταβανιοΰ και της στέγης, ξέσχισε τα χέρια της, κόντεψε να σκοτωθεί, μήτε κει δεν ειταν τίποτα έκρυψε μόνο τα χέρια της να μη τα δοΰνε. Και κάθε μέρα από τότες, άπ' το πρωί ως το βράδι, τρύπωνε μέσα στα δωμάτια των αλλουνών, κοίταζε κάτω άπ' τα κρεβάτια τους και τα στρώματα, κάτω άπ' τις σκάλες, από τους «γίκους» τους σωρούς με τα σκεπάσματα και τα ρούχα σ' όλο το σπίτι.
"Οταν βρήκε το μικρό πολύγραφο μέσα στην κασέλα του κατωγιοΰ, απόμεινε ξαφνιασμένη. Τέτοιο πράμα δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της, δεν ήξερε τί είναι. Είταν σίγουρη μόνο πώς δε βρισκότανε μέσα στο σπίτι τίνος είταν; Και τα σωληνάρια; Ξεβίδωσε ένα, το μελάνι της μουντζούρωσε τα χέρια μυστήριο πράμα. "Ανοιξε τα πακέτα, σκέτο χαρτί. Ένα κερόχαρτο της έκαμε την πιο μεγάλη εντύπωση ειταν αχτύπητο ακόμα. ' Η Μαργαρίτα το 'χε πάρει την περασμένη μέρα και θα το τέλειωνε την ίδια νύχτα.
Το φως εϊτανε λιγοστό μέσα στο κατώι. Ή Κατερίνα πήρε το κερόχαρτο, σκέπασε τ' άλλα προσεχτικά, όπως,,ειταν, κι ανέβηκε πάνου. Κλείδωσε την πόρτα της, έβαλε τα γυαλιά της και καταπιάστηκε να διαβάσει τα γράμματα. Μιά-δυό αράδες της φτάνανε μιλούσαν για τους Συμμάχους, βρίζαν τους Γερμανούς. "Άφησε το διάβασμα και πάσκιζε να καταλάβει δεν καταλάβαινε τίποτα.
Ξαφνικά σα να φωτίστηκε ό νους της....Και που ξέρω εγώ που τα βρίσκει; Μια φορά έχει...
-Έχει;...
Έβαλε το χαρτί στον κόρφο της κ' έτρεξε να βρει τον Περικλή. Τον πήρε και τον έφερε στο δωμάτιο.
-"Ωστε, έτσι λοιπόν με τις λίρες;
- Ποιες λίρες πάλι, της είπε βαριεστημένος. Γι'αυτό μ' έφερες εδώ;
-"Ας τα αυτά Περικλή... Τίς λίρες, σου λέω...
- Κατερίνα τρελάθηκες... Τί λίρες μου κοπανάς εδώ πέρα;
— Τίς εγγλέζικες τις λίρες και ξέρεις εσύ...
Κούνησε το κεφάλι του και σηκώθηκε να φύγει. Αυτή τον άρπαξε από το μπράτσο.
- Περικλή, σου λέω πώς τα ξέρω — Τα με τα μάτια μου.
Αυτός τίναξε το χέρι του, ήθελε να φύγει, τρελάθηκε ολότελα ή κακομοίρα. Αυτή έβγαλε από τον κόρφο της το κερόχαρτο και του το 'βαλε μπροστά στα μάτια.
- Κι αυτό; Δεν είναι λίρες εγγλέζικες; Και τα κρύβετε από μένα και τα τρώτε μοναχοί σας. Μου τα 'πε εμένα ό Βασίλης... από μεθυσμένο μαθαίνεις...
Ό Περικλής πήρε το κερόχαρτο στα χέρια του. Στέριωσε τα γυαλιά του, βάλθηκε κι αυτός να διαβάσει σήκωσε τα μάτια του και την ξανακοίταξε.
— Τί είν' αυτό βρε Κατερίνα;
- Τώρα πες μου πώς δεν είναι δική σου δουλειά.
- Δεν καταλαβαίνω τίποτα, της είπε και μια την κοίταζε, μια πάσκιζε να διαβάσει πιο κάτω. Ή Κατερίνα ξαφνιάστηκε με τον τρόπο του.
- Δεν ξέρεις, αλήθεια;
-"Οχι, σου λέω... IIου το βρήκες αυτό;
-"Ελα.
Τον πήρε και κατεβήκανε στο κατώι. Αυτός κοίταζε σα χαμένος, ύστερα σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε καλά καλά.-"Οχι, όχι. Κατερίνα, αυτά δεν είναι λίρες. -Έμ' τί 'ναι κάνε;
— Κακή φωτιά, πολύ κακή — δεν καταλαβαίνω...
Της έπιασε το χέρι. Μην πεις τίποτα σε κανέναν.
- Τί θα κάνεις;
- Μην πεις μοναχά...
Εΐταν έτσι ταραγμένος πού φοβήθηκε κι αυτή.
— Καλά — δε λέω.
Αυτός πήρε το κερόχαρτο, το δίπλωσε, τράβηξε γραμμή για το γραφείο του Μητροπολίτη και του μήνυσε με το διάκο πού στεκόταν άπόξω για μια εντελώς ιδιαίτερη ακρόαση. Μπήκε, κάθισε, κοίταξε την πόρτα κ' έδωσε το χαρτί στον Σεβασμιότατο. Αυτός διάβασε τις πρώτες αράδες, σταμάτησε, σήκωσε τα μάτια του και τον κοίταξε.
—"Ε, ναί, είπε αδιάφορα. Είναι των κομμουνιστών, αυτά πού βγάζουν. Πού το βρήκες;
— Των κομμουνιστών, Σεβασμιότατε, ακριβώς.
— Και λοιπόν, τί; Κάθε μέρα τέτοια.
— Κάθε μέρα;
— Τί έπαθες Περικλή; Τί σε νοιάζει εσένα;
— Ξέρετε που τα τυπώνουν, Σεβασμιότατε;
— Κανένας δεν τους ξέρει, οΰτε μπορούν να τους βρούνε.
— Λοιπόν, Σεβασμιότατε, μάλιστα, κάθε μέρα. Εγώ
ξέρω που τα τυπώνουν.
Ό Μητροπολίτης κατέβασε τα φρύδια και τον κοίταξε καλά.
— Αυτό θα 'ταν πολύ ενδιαφέρον. Πώς μπορείς να το ξέρεις;
— Σεβασμιότατε, Σεβασμιότατε, αυτά τα χαρτιά τυπώνονται σπίτι μου
..
Ό άγιος πατήρ δε μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια:
— Πάει, τρελάθηκε ό Περικλής ό Περδικάρης...
Δυστυχώς όχι... δεν είχε τρελαθεί καθόλου. Κάθισε και του τα 'πε όλα, για τα μαξιλάρια, για το Στέφανο, για το ρακί του Βασίλη, για την Κατερίνα, για τη Μαργαρίτα κι όσο τα 'λεγε τόσο το πρόσωπο της αυτού Σεβασμιότητος γινότανε σκυθρωπότερο. Στό τέλος του είπε:
—"Αφησε μου το εδώ αυτό το χαρτί και μην ανησυχείς εσύ... Μόνο να μην πείτε τίποτα σε κανέναν...
Ό Περικλής έφυγε ήσυχασμένος, ό Σεβασμιότατος ωστόσο ανησυχούσε στα σοβαρά. Αυτή ή υπόθεση μπορούσε να του κοστίσει πολύ ακριβά — οι Περδικά-ρηδες εϊτανε δικοί του άνθρωποι — τρέχα γύρευε να τα ξεμπλέξεις με τους Γερμανούς. Το 'ίδιο μεσημέρι φώναξε στο γραφείο του το διευθυντή της αστυνομίας για μια επείγουσα εθνική υπόθεση. Επιθυμούσε, όπως του είπε, να του την εμπιστευθεί προσωπικά. Κατά τη γνώμη του δεν έπρεπε να γίνει καθόλου θόρυβος. Ή Μαργαρίτα θα του 'δινε εύκολα τα ονόματα των κομμουνιστών, μπορούσαν κιόλας να μη το φανερώσουν καν πώς τους τα 'δωσε αυτή. "Ολο να παρουσιαστεί σα μια επιτυχία της αστυνομίας πού τους είχε ανακαλύψει.
Ό Διευθυντής της αστυνομίας συμφώνησε πέρα για πέρα, έδωσε την υπόσχεση του να ενεργήσει με μυστικότητα και με σύνεση, φίλησε το σεβάσμιο χέρι και σαν βρέθηκε μοναχός του ξανασκέφτηκε καλύτερα την υπόθεση. Προτιμούσε να κανονίσει τη δουλειά μοναχός του απευθείας με τους Γερμανούς όταν το κορίτσι θα του 'δινε τα ονόματα για φαντάσου όμως, αδερφέ μου,
που πήγαν και τον τρύπωσαν τον πολύγραφο;...
Το βράδι ή Μαργαρίτα δεν γύρισε σπίτι. Ό Περικλής κ' ή Κατερίνα εΐπανε το μυστικό τους και στους άλλους και ξανάρχισαν και βρίζονταν για τα δικά τους, πάλι, τα ίδια, και κανένας δεν το στοχάστηκε πώς μπορεί να το 'χανε παραδώσει «το παιδί» τους στο θάνατο. Το πρωί μαθεύτηκε πώς από την ελληνική αστυνομία πήρανε τη Μαργαρίτα στη Γκεστάπο. Το ίδιο βράδι μαθεύτηκε σ' όλη την πόλη πώς τη βασανίζανε κι αυτή δεν έλεγε τίποτα. Το σκοινί της ανάκρισης άρχιζε καί τελείωνε σ' αυτήν. Ή Αυτοΰ Σεβασμιότης είχε εκτεθεί στα μάτια των Γερμανών. Ό διευθυντής της αστυνομίας λύσσαξε για την γκάφα του γιατί να πιστέψει και να βιαστεί να την πιάσει ένα τέτοιο φαρμακωμένο τέρας;
Τότε το κατάλαβαν πια κ' οι Περδικάρηδες την είχανε παραδώσει στους Γερμανούς. Εϊταν ή τελευταία πράξη της ζωής τους, να θανατώσουν τα ίδιο τους το παιδί. Πολύ γλήγορα πέθανε, πρώτος ό θείος Στέφανος. Κάτω από το στρώμα του βρέθηκαν τα μαξιλάρια και το τραπεζομάντηλο. Το βάζο το 'χε κρύψει μέσα στο στρώμα του — κ' είχε γίνει κομμάτια. Αργότερα, μέσα σε λίγον καιρό πέθαναν καί οι άλλοι, ή Κατερίνα, ή Αντιγόνη, ό Περικλής. Τελευταίος άπ' όλους ό θείος Βασίλης, αφού σβαρνίστηκε κάμποσο, αδέσποτος πια, στα καπηλειά της πολιτείας, μεθώντας, βρίζοντας, το νεκροθάφτη, τους Γερμανούς, το Μητροπολίτη και κλαίγοντας για τη Μαργαρίτα του
Γι' αυτήν όλα τέλειωσαν πολύ-πολύ γλήγορα τα μαρτύρια, οί ανακρίσεις, ή δίκη. Είχε, λέει, ένα χαμόγελο στα χείλια όλον αυτόν τον καιρό, ένα φως μέσα στα μάτια καί τα 'κανε μεγαλύτερα ακόμα ομορφότερα ακόμα. Εϊταν όμορφα τα μάτια σου, Μαργαρίτα!... Την τελευταία στιγμή, μπροστά στο απόσπασμα, γύρισε τα μάτια κατά την πόλη πού τη σκέπαζε ακόμα ή καταχνιά. Ένας κόσμος από τρελούς, υστερικούς, εκφυλισμένους καί ληστές γκρεμιζόταν, μαζί με τα σαράβαλα σπίτια τους ολη ή πολιτεία της παρακμής πού τη γέννησε. Το πικρό χαμόγελο της οικογένειας ανέβηκε στα χείλια της κ' έκανε με το χέρι τη εκείνη την αόριστη χειρονομία πού είπε ό παπάς σα ν' απόδιωχνε την εικόνα:
— Καληνύχτα ντε ...
— Φώυαρ !...
Πίσω από τίς μεγάλες κορφές της Πίνδου ανεβαίνει ό ήλιος. Ξημερώνει σε λίγο. Ό Νικόλας κ' ή Αγγελικούλα, ό καινούργιος κόσμος! Σε σας γυρίζει ή τελευταία σκέψη όσο κρατάει ακόμα μέσα στ' ανοιγμένο κρανίο ό τελευταίος σπασμός της ζωής:
— Φκιάξτε τον, έναν καλύτερο κόσμο!...
Α. Μιχαλοπούλου, Γιατί …94-95.
Γιατί να φύγεις από τώρα;»
«Έχω δουλειές, μαμά».
«Τι δουλειές;»
Να, ετοιμάζουμε διαδήλωση στο Μετρό, έχουμε καιρό να τα βάλουμε με την Αστυνομία, με τη γελοία μετριότητα που αποκαλείται τάξη. Σπάμε και κανένα τζάμι πότε πότε -μια μικρή συμβολική πληγή στη νομιμότητα που περιφράσσει την ιδιωτική περιουσία. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν κάνουμε ό,τι κάναμε παλιά. Μόνο ο Καγιό κι εγώ έχουμε κλειδί του διαμερίσματος, δεν είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε». Ούτε σπάμε αδιακρίτως. Έχουμε βελτιώσει και τις γραμματοσειρές στα πλακάτ. Καλαίσθητοι επαναστάτες.
«Σου είπα. Δουλειές!»
«Βρε παιδί μου, ζεις παράξενη ζωή. Εγώ ξέρω πως μια γυναίκα τριάντα πέντε χρονών, όσο κι αν χαλάσει ο κόσμος, έχει τον άντρα της, τα παιδιά της, μια ασχολία».
((Όσο κι αν χαλάσει ο κόσμος, το αλάτι δε σκουληκιάζει, ε μαμά;»
Στην περίπτωση μου, ασφαλώς, κάποιο εσωτερικό σκουληκάκι τρώει το φόβο του Θεού, την ανάγκη για οικογένεια, τις ψευδαισθήσεις που κρατάνε τη μαμά στη ζωή.
«Άσε το παιδί να πάει στις δουλειές του» φωνάζει ο μπαμπάς από μέσα. ((Διαρκώς ανακατεύεσαι!»
Στέκονται στην κάσα της πόρτας, περιγεγραμμένοι από το ξεφλουδισμένο ξύλο. Μου φαίνονται πιο γερασμένοι από ποτέ. Θεότρελοι. Η μαμά με το σάλι της, με το ξεφτισμένο λευκό μανόν στα νύχια. Ο μπαμπάς με την προϊστορική φόρμα γυμναστικής που γουβιάζει στα γόνατα. Σαν παιδιά είναι - σαν παιδιά μου
.
-«Πρέπει να βάψω τις κάσες...» μουρμουρίζει ο μπαμπάς.
«Να βάλεις εφημερίδες, μη γεμίσεις τον τόπο...»
Ίσως να 'χω φύγει από τότε που ήμουν εννιά χρονών. Από τότε που άνοιξα την καρό βαλίτσα και τη γέμισα με μπανάνες, πατίνια και χρωματιστά μολύβια.
ΟΜΑΔΑ Γ΄
Δ.Χατζή "Μαργαρίτα Περδικάρη"
Όταν οι Γερμανοί την τουφέκισαν, στις αρχές του καλοκαιριού του 1944, λίγο πριν από την απελευθέρωση, ή Μαργαρίτα δεν είχε πατήσει ακόμα τα είκοσι χρόνια της. Το λιγνό κορμί της βάσταξε μ' απίστευτη αντοχή όλες τις κακουχίες της φυλακής, το στόμα της έμεινε κλεισμένο σ' όλα τα μαρτύρια πού μαθεύτηκε πώς της κάνανε. Και στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα χαμογελώντας το πικρό χαμόγελο της οικογένειας των Περδικάρηδων. Αυτό το τελευταίο για το χαμόγελο το 'πε ό παπάς, πού, με την απαραίτητη παρουσία του στις θανατικές εκτελέσεις, επικυρώνει, στ' όνομα του Καίσαρος, την απόδοση της ψυχής στο θεό. Ό ίδιος είπε πώς, όταν σήκωσαν τα ντουφέκια, η μικρή Μαργαρίτα κούνησε το χέρι της κ' είπε ένα ακατανόητο καληνύχτα μάλιστα δεν είπε καληνύχτα, είπε ακριβώς — «καληνύχτα ντε...».
Εϊταν ή πρώτη γυναίκα στη δική μας πόλη πού πέθαινε με τέτοιον τρόπο. "Ως τα τότες οι γυναίκες εκεί ξέρανε μόνο να πεθαίνουν αμίλητες στο κρεβάτι ή το στρώμα τους απ' αρρώστιες κι από γεράματα, πεθαί-νανε πάνω στη γέννα ή τη λεχωνιά τους, από το μαράζι της φτώχειας, της κακής παντριάς ή της ξενητιάς των άντρων τους και των παιδιών τους τέτοια πράματα π' ό καθένας τα βρίσκει πολύ φυσικά. Αν πεις και για τις γυναίκες από το δικό της το σόι, οι γυναίκες των Περδικάρηδων πέθαιναν από γεροντοχτικιό, από κρίσεις νευρικές και καρδιακές γεροντοκόρες το πλείστον. Τελευταία στο σόι τους ή Μαργαρίτα πέθανε κι αυτή άνυμέναια.
Εϊτανε δυο χρόνια πού 'χε τελειώσει το Αρσάκειο στην Αθήνα, οπού τη στείλανε να σπουδάσει, καθώς είταν ή αράδα της κ' ή παλιά παράδοση της οικογένειας. Γυρίζοντας, διορίστηκε δασκάλα μέσα στην πόλη κ' έμεινε 'μαζί με τους άλλους στο παλιό δίπατο σπίτι, οπού ζούσαν τα τελευταία απομεινάρια της αξιομνημόνευτης αυτής οικογένειας των Περδικάρηδων, όλοι μαζί και κρατώντας μια μεγάλη κι απλησίαστη αρχοντιά. Κανένας δεν ήξερε μα μήτε κ' οι ίδιοι θα μπορούσαν να πούνε τι λογής εϊταν ή αρχοντιά τους, πότε την είχανε και πότε τέλος πάντων τη χάσανε. Ή κοινωνία μας ωστόσο βρέθηκε αναγκασμένη ν' αναγνωρίσει πώς πάνω σ' αυτό δεν είχανε κάνει κανένα ποτέ στραβοπάτημα, καμιά υποχώρηση, καμιά παραχώρηση.
Οι γυναίκες τους φκιάχναν ακόμα τα μαλλιά τους με την μόδα την παλιακή, πίσω και πολύ ψηλά, πολύ σφιχτά μαζωμένα «πάπια» πού το λέγανε, γιατί 'ταν στ' αλήθεια σαν το κεφάλι της πάπιας αυτός ό σφιχτοδεμένος ό κότσος πού πεταζότανε πίσω. Φορούσαν ακόμα τ' αρχοντικά κοντογούνια τους μαϋρο κατηφέ μ' ένα πλατύ σειρήτι, γούνα γκριζωπή, από το γιακά και σ' όλο το πέτο πού κατέβαινε και σ' όλο το γύρο, μπροστά και πίσω και με τη μέση σφιχτή, στενή.
Αυτές οί γυναίκες, χωρίς να κατηγοράνε κανέναν στα φανερά ,τέτοια πράματα των παρακατιανών δεν τα καταδέχονταν ξέραν έτσι να δείχνουν την καταφρόνια τους για τους τυχάρπαστους, τους αμαρτωλούς και τους ξιπασμένους, τραβώντας λίγο τα λεπτά τους τα χείλια, π' ό καθένας το 'βρίσκε καλύτερο να τις σκιάζεται. Είταν ένα είδος ιερές χήνες του καπιτωλίου για την αρετή της πόλης μας.
Α. Μιχαλοπούλου 105-107
ΚΑΠΝΙΖΟΥΜΕ συγχυσμένες στις τουαλέτες του Βαρβακείου. Η Άννα αποκαλεί το σχολείο μας «προ¬πύργιο της ανδροκρατίας». Και είναι. Τ' αγόρια κυκλοφορούν όπως θέλουν, εμείς με ποδιές. «Παλιοκαρακάξες! Βγάζουν τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια. Θέλουν να μας κάνουν νοικοκυρούλες κι εμάς». Σήμερα τα 'χει βάλει με τη Σαρτζετάκη, την καθηγήτρια οικοκυρικών. Αρνήθηκε να φτιάξει το πλεχτό καπελάκι για το χαρτί υγείας και βρήκε τον μπελά της. «Λυπάμαι τον άντρα που θα σε πάρει, κακομοίρα μου» της είπε η Σαρτζετάκη. ((Κι εγώ τον δικό σας» απάντησε η Άννα κι έφαγε ένα περιποιημένο χαστούκι.)
Βγήκε από την τάξη αναψοκοκκινισμένη κι έτρεξα από πίσω της για να την ηρεμήσω. Η Άννα ομορφαίνει κι άλλο όταν κοκκινίζει. Κάθεται στο πεζουλάκι με τα χέρια στη μέση και μου ρίχνει μια απ' αυτές τις αστραποβόλες ματιές της. Θα θυμώσει αν της πω για παρηγοριά ότι είμαστε πολύ κομψές μέσα στις ποδιές του Τσεκλένη, με το γιακαδάκι μάο; - ((σωστές μαοΐστριες», λέει η Άννα όταν έχει κέφια, ((γεμάτες αντιφάσεις». Έτσι μιλάει φέτος. Διαβάζει Μαρξ και Χέγκελς και πετάει λέξεις όπως ((αποξένωση», «κεφάλαιο», προβληματισμός». Αλλά πριν σχολάσουμε, ανανεώνουμε το λιπ γκλος κεράσι στις τουαλέτες και στρώνουμε τις φράντζες μας με τα χέρια. Φέτος έχουμε και γυναικείες τουαλέτες. Στη δευτέρα γυμνασίου σφιγγόμασταν και κατουράγαμε σπίτι. Με χίλια τριακόσια αγόρια και μόλις εξήντα πέντε κορίτσια, ήταν δύσκολο να τους πείσουμε ότι έχουμε κι εμείς φυσικές ανάγκες.
«Έλα βρε Αννα! Μην ασχολείσαι άλλο μ' αυτή την κομπλεξική...»
«Να μην ασχολούμαι; Μα αυτή αποφασίζει για το μέλλον μας!»
Πάντα δραματική. Εγώ δαγκώνω απλώς τα χείλη αν με προσβάλουν. Όταν μας πρωτοστείλανε για γυμναστική στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου -κοιλιακούς στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα- έκανα μια γκριμάτσα, η στρίγκλα η γυμνάστρια μας με είδε και είπε: «Πολύ μη μου απτού δεν είσαι, Παπαμαύρου;». Δάγκωσα τα χείλη και τέλειωσε το θέμα. Η Άννα δεν ανέχεται μύγα στο σπαθί της.
((Θα το πω στην Αντιγόνη» λέει.
((Και τι θα κάνει, νομίζεις;»
«Θα έρθει στο σχολείο και θα της μάθει να φέρεται της ηλίθιας. Πρώτα πρώτα δεν έχει δικαίωμα ν' απλώνει το κουλό της».
Η Αντιγόνη έρχεται στο σχολείο για ψύλλου πήδημα: επειδή το βιβλίο θρησκευτικών γράφει «Η εργαζόμενη σύζυγος γεμίζει το σπίτι με άγχος και αγωνία, γιατί δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε όλα της τα καθήκοντα»• ή «Πολλοί άνθρωποι και μάλιστα νέοι ακολούθησαν τις παράλογες ιδέες του Σαρτρ»• ή «Οι ξένοι τουρίστες μεταφέρουν την άκρατη ελευθερία που επικρατεί στη χώρα τους (ήθη και έθιμα, σεξουαλισμός, έλλειψη δημόσιας αιδούς, τρόποι ενδυμασίας κ.ά.)».
Στο τέλος ζήτησε να εξαιρεθεί η Άννα από το μάθημα θρησκευτικών. Τη βλέπω από το παράθυρο της τάξης να κόβει βόλτες στο προαύλιο και θυμώνω που χάνω τόσες ώρες συζήτησης μαζί της, μόνο και μόνο για ν' ακούω διάφορες βλακείες για τον Ιησού. Τι να κάνουμε; Η μαμά έχει γίνει θεούσα. Ξημεροβραδιάζεται στις εκκλησίες, ετοιμάζει πρόσφορα. Έχει παχύνει κι άλλο, περιμένει τα πάντα από το Θεό και από τους Γουέιτ Γουότσερς. Όσο για τον μπαμπά, δεν περιμένει τίποτα πια και από κανέναν. Πήρε πρόωρη σύνταξη και περνάει τις ημέρες του στο καφενείο, κάτω από το διαμέρισμα μας• τις Κυριακές στα γήπεδα. Ευτυχώς το πρωί έχω σχολείο, το απόγευμα πηγαίνω στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Σίνα κι έτσι ξεχνάω λίγο πως οι γονείς μου έχουν γίνει θεοσεβούμενοι και ανίσχυροι. Μόλις μπω στο σπίτι πετάω ένα γεια και κλείνομαι στο δωμάτιο μου. Διαβάζω ό,τι πέσει στα χέρια μου, ακούω μόνο Κιουρ. Ο κόσμος να χαλάσει, δε βγαίνω από κει μέσα.
Αλλά ακόμη κι αν χαλάσει ο κόσμος, το αλάτι δε σκουληκιάζει
Πού το θυμήθηκα πάλι αυτό;
ΟΜΑΔΑ Δ΄
Μαργαρίτα Λυμπεράκη
Τα ψάθινα καπέλα
(απόσπασμα)
Οι ΑΔΕΛΦΕΣ Μαρία, Ινφάντα και Κατερίνα ζουν στο εξοχικό σπίτι τους στην Κηφισιά με τη μητέρα τους, τον παππού και τη θεία τους Τερέζα. Οι γονείς τους είναι χωρισμένοι. Τα κορίτσια περνούν τα εφηβικά τους χρόνια. Τη ζωή τους, τρία καλοκαίρια στο εξοχικό σπίτι, αφηγείται η Κατερίνα. Στο μυθιστόρημα δίνονται με νεανική χάρη και νοσταλγία οι προσδοκίες και οι συγκινσεις της εφηβικής ηλικίας.
Από χτες ο καιρός είναι στη βροχή, μα δε λέει να βρέξει. Συννεφιάζει, βγαίνει ο ήλιος, ξανασυννεφιάζει, αυτό γίνεται. Λίγες ψιχάλες παν να πέσουν, όμως μένουν στον αέρα, αναδίνοντας το άρωμα της ένωσης τους με τη γη που ακόμα δεν έγινε. Τα δέντρα, αναποφάσιστα, λυγίζουν πότε από δω πότε από κει, οι ρίζες κι οι κορμοί ζητάν νερό, τα φύλλα θέλουν ήλιο. Σκοτεινιάζει, ο ουρανός χαμηλώνει, όλα χαμηλώνουν. Τα ζώα φοβούνται. Οι κότες κουρνιάσανε, τα κουνέλια κάθουνται μαζεμένα και γλείφουνται, οι κατσίκες ρίχνουν γύρω βλέμματα ανήσυχα. Κι ο Μαυρούκος φοβότανε. Κατέβαζε την κομμένη του ουρά, τα μάτια του παρακαλούσαν, φαινόταν το ένα του δόντι σα να το 'χε ξεχάσει έξω από το στόμα, και δεν το κου¬νούσε από κοντά μου. Εκεί, τώρα, δεν έχει να φοβάται. Η πλάκα που τον σκεπάζει είναι στέρεα, κανένας άνεμος δεν μπορεί να τη σηκώσει.
Βροντάει. Μια αστραπή. Κλείνουμε τα μάτια γιατί τη μεγάλη λάμψη δεν την αντέχουμε. Κρυώνουμε λίγο, μόλις, κι αυτό το κρύο είναι πιο δυνατό απ' τα χιόνια του χειμώνα. Βουβοί κοιτάζουμε έξω απ' το τζάμι, δεν τολμάμε να κάνουμε μια κίνηση, πιάστηκε η ανάσα μας, πνιγόμαστε, μια στιγμή και θα χαθούμε.
Τότε πιάνει η βροχή. Ένα δάκρυ που δε θα φτάσει ποτέ ως τα μάτια μας μας ανακουφίζει, γελάμε.
- Ευχάριστο, λέει ο παππούς, πολύ ευχάριστο.
Αυτό για τον παππού θα πει ωφέλιμο για τα δέντρα.
- Ναι, πολύ, λέει κι η θεία Τερέζα, τάχα για τα δέντρα, ενώ χαίρεται
•όνο που θα μπορέσει να λουστεί με βρόχινο νερό.
Η μητέρα δε μιλάει, τον πατέρα τον γνώρισε μέρα βροχερή.
Θα 'θελα να τρέξω έξω, να χαρώ. Μα θα βρεχόμουν. Κάθουμαι μαζε¬μένη στον καναπέ, σα γάτα, δίχως σκέψη ακούω τη βροχή. Κάτι μαζεύε¬ται μέσα μου που δεν ξέρω, που με γεμίζει χαρά κι αγωνία. Ξαλαφρώνω μόνο όταν τραγουδάω, όταν γράφω λίγες λέξεις σ' άσπρο χαρτί, ή ζωγρα¬φίζω σχήματα φανταστικά, πολλούς κύκλους τον ένα μέσα στον άλλο ή τριφύλλια με τέσσερα φύλλα.
- Πάρε ένα βιβλίο, ένα κέντημα, λέει η μητέρα. Δε μ' αρέσει να σε βλέ¬πω με σταυρωμένα τα χέρια.
- Δεν μπορώ.
- Τι θα πει δεν μπορείς;
- Θα πει πως δεν μπορώ.
Το βλέμμα της ανάβει, ύστερα γίνεται παγερό. Δε φτάνει ποτέ μέχρι το θυμό η μητέρα, σταματάει λίγο πριν, και τούτο είναι φοβερό, είναι σα να σε πνίγει. Θα 'πρεπε να με δείρεις, μητέρα, για την αυθάδειά μου, η πα¬λάμη σου να πέσει απάνω μου βαριά. Σηκώνουμαι να της ζητήσω συγχώ¬ρεση, μα ντρέπουμαι και σταματάω• την κοιτάζω λοξά, φαίνεται λυπημέ¬νη. Πλησιάζω τότε το τζάμι και χτυπάω τα δάχτυλα μου στο γυαλί• παίζω ένα σκοπό της μόδας, το αριστερό μου πόδι κρατάει το ρυθμό. Το βλέμμα της χαϊδεύει την πλάτη μου, μ' έχει κιόλας συγχωρέσει. Τότε δε βαστάω. Βγαίνω τρέχοντας απ' το δωμάτιο, να πάω να κλάψω. Η βροχή πέφτει α¬πάνω μου άφθονη, τα μαλλιά μου κολλάνε στα κροτάφια. Η μητέρα θα με είδε απ' το τζάμι, όμως δε με φώναξε. Η ώρα περνάει, με κυριεύει σιγά σιγά η ευδαιμονία που έρχεται μετά τα δάκρυα.
- Κατερίνα, τρελάθηκες;
Είναι η Μαρία. Βγαίνει απ' το σπίτι με την κουκούλα της κι έρχεται και με τραβάει απ' το χέρι. Είναι πολύ τρυφερή, όταν δεν την απορροφάει ο¬λότελα ο εαυτός της.
- Θα πλευριτώσεις, λέει. Είσαι μούσκεμα. Έλα μέσα να σε τρίψω.
Άβουλη, αφήνουμαι. Πετάει τα ρούχα μου ένα ένα, με τυλίγει στ' άσπρο μπουρνούζι.
- Άσε με, της λέω. Εσένα τι σε νοιάζει;
Κι όπως με κοιτάει μ' απορία:
- Τι σε νοιάζει αν αρρωστήσω; Τι σας νοιάζει;
Ίσως, αν αρρώσταινα, η μητέρα να μ' αγαπούσε πιο πολύ. Θα μου α¬νασήκωνε το κεφάλι για να μου δώσει να πιω νερό, θα με παρακαλούσε να φάω, το βράδυ στο σκοτάδι θα μου χάιδευε το μέτωπο, κι η κάμαρα θα
μύριζε γιατρικά και λουλούδια. Κι εγώ, μια νύχτα που θα 'χα πολύ πυρε¬τό, θα της έλεγα...
- Το ξέρεις πως ώρες ώρες γίνεσαι κακιά; μου ψιθυρίζει η Μαρία.
Τα χέρια της βαραίνουν στο κορμί μου, με τρίβει πιο δυνατά από πριν.
- Μαρία, ποιον θα παντρευτείς; τη ρωτάω τότε.
- Εσένα τι σε νοιάζει; λέει και γελάει.
- Μα πως, με νοιάζει. Τα βράδια, πριν κοιμηθώ, σας συλλογίζουμαι, κι εσένα και την Ινφάντα, και τη μητέρα και τον πατέρα, και λίγο τη θεία Τερέζα και τον παππού. Πώς θα 'ναι η ζωή μας αργότερα, ρωτιέμαι, τι θα
κάνουμε; Γιατί πρέπει κάτι να κάνουμε, ε, δεν πρέπει, Μαρία;
Η βροχή έχει πάψει, δεν κατάλαβα ποια στιγμή. Τα δέντρα μόνο στά¬ζουν κι οι σταλαγματιές τους γίνουνται κόκκινες, κίτρινες, πράσινες μες στον αέρα χρώματα του ουράνιου τόξου.
- Τι θες να πεις, Κατερίνα;
- Να μην αφήνουμε τον ήλιο να μας καίει το πετσί και τη βροχή να μας μουσκεύει, έτσι...
- Να τα βάλουμε με το Θεό λοιπόν, ε;
Σωπαίνω. Δεν ήθελα να πω αυτό, το Θεό τον σέβουμαι.
- Να τα βάλουμε με το Θεό λοιπόν; ξαναλέει η Μαρία και περιμένει
την απάντηση μου σα να εξαρτιέται απ' αυτήν η ζωή της.
- Ώρες ώρες σκέφτουμαι τον Προμηθέα και...
Τότε ξεσπάει. Γελάει όπως ποτέ ως τα τώρα δεν έχει γελάσει.
- Τρέλα που την έχεις! φωνάζει. Μήπως θα 'θελες να γίνεις και συ
Προμηθέας; Μα σαν τι νομίζεις πως είμαστε, μυρμήγκια είμαστε, τ' α¬
κούς; μυρμήγκια.
Σοβαρεύεται για λίγο, σμίγει τα φρύδια. Μια αόρατη ασπίδα είναι μπροστά στο κορμί της. Το νιώθω πως αμύνεται. Από τι αλήθεια;
- Πάντως εμένα, λέει, δε με τρελαίνουν αυτές οι ιστορίες. Θέλω να ζή¬σω σαν τα φυτά και σαν τα ζώα. Τα άλλα είν' όλα ψεύτικα.
- Ποια άλλα; ρωτάω. Δε σε καταλαβαίνω. Όσο για τον Προμηθέα τον ανάφερα γιατί θυμήθηκα μια έκθεση που μας είχαν βάλει στο σχολειό «πώς βλέπετε τον Προμηθέα».
Ορθώνουμαι κι εγώ, κλείνουμαι στο καβούκι μου. Δε σμίγω τα φρύδια, όμως ο λαιμός μου ψηλώνει, ψηλώνει... Η Μαρία με κοιτάει στα μάτια, το ξέρει πως λέω ψέματα.
- Εσύ ζητάς απ' τη ζωή πράγματα εξαιρετικά, ψιθυρίζει. Εγώ όχι. Γιατί ξέρω πως η καθημερινή ζωή είναι που κρύβει τη μεγαλύτερη δύναμη.
Αθόρυβα κλείνει την πόρτα πίσω της. Το μπουρνούζι έχει γλιστρήσει απ' τους ώμους μου και, αφηρημένα, κοιτάω το κορμί μου.
3.Α. Μιχαλοπούλου, Γιατί…16-17, 48-49 84-85.
Κάθομαι στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και κλαίω, κλαίω. Έχω σφηνώσει το κεφάλι μου ανάμεσα σε δύο κάγκελα και δεν μπορώ να το βγάλω. Το έκανα για πλάκα, ρούφηξα τα μαγουλά μου, κράτησα την αναπνοή μου και, οπ, χώθηκα ανάμεσα στα δυο κάγκελα που καίνε όπως η άμμος στο Μπαντάγκρι ή στην Τάρκουα. Στη στιγμή ξεφύτρωσαν μπροστά μου οι ξαπλώστες με τα λουλούδια, τα μπανάνα μπόουτς και το μπαρ με την ψητή σουγιά. ((Δύο νάιρα σουγιά, πλιζ. Με κρεμμύδι!» Τώρα τ' αυτιά μου καίνε όσο κι η ψησταριά της σουγιά. Η πλατεία Εξαρχείων είναι το πιο άσχημο μέρος του κόσμου. Μένουμε στη γαλάζια πολυκατοικία και στο ισόγειο είναι το Φλοράλ, ένα ζαχαροπλαστείο με γέρους και λίγους νέους. Τ' αυτοκίνητα μαρσάρουν και κορνάρουν, τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ από τα φρεναρίσματα. Το διαμέρισμα λέγεται τεσσάρι κι έχει ένα φινιστρίνι πλοίου στην εξώπορτα. Είναι σαν ένα μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού μας στην Ικέτζα, χωρισμένο σε μικρότερα. Έχουμε δύο κρεβατοκάμαρες, όχι πέντε. Ένα μπάνιο, όχι τρία. Δεν έχουμε στόρατζ ρουμ ή γκέιμ ρουμ, απλώς ένα αποθηκάκι μέσα στην κουζίνα. Ούτε επιτρέπεται το ποδήλατο στο σπίτι, γιατί από κάτω μένουν ((άνθρωποι». Αλλά κι αν επιτρεπό¬ταν, πώς να κάνεις ποδήλατο σε τεσσάρι; Δεν υπάρ¬χουν κολόνες για στροφές. Για ποδήλατο, πάμε στο Πεδίο του Άρεως με τη μαμά και την ξαδέρφη της, τη θεία Αμαλία. Η θεία Αμαλία είναι γεροντοκόρη, όπως η Γκουέντολιν. Αλλά δε μοιάζουν σε τίποτε άλλο, γιατί η θεία Αμαλία είναι αδύνατη, στέκα, και πολύ άσπρη, σαν άρρωστη. Ξέρει όλους τους ηθοποιούς του κινηματογράφου, αλλά δυστυχώς γελάει με το στόμα κλειστό. Πόσο μου λείπει η Γκουέντολιν με τα χαχανητά της και τις παροιμίες της! Ποια παροιμία θα έλεγε τώρα για να με παρηγορήσει; «Όσο κι αν χαλάσει ο κόσμος, το αλάτι δε σκουληκιάζει». Γκουέντολιν ίσον χαρά. Χαρά ίσον Αφρική. Κλαίω λοιπόν για πολλούς λόγους, όχι μόνο επειδή το κεφάλι μου σφηνώθηκε στα κάγκελα.
Η μαμά μπαίνει στο σπίτι.Τα βήματα της αντηχούν στο διάδρομο.
«Μαρία! Μαρίιιια!»
Όταν με βλέπει τελικά, βγάζει μια κραυγή.
((Μαρία, γιατί με βασανίζεις έτσι; Είσαι ολόκληρη γυναίκα πια, σοβαρέψου! Είσαι εννιά χρονών!»
Κάθε Παρασκευή απόγευμα η Αντιγόνη μας κάνει μάθημα μπαλέτου στο σαλόνι της Πλάκας. Έτσι μαθαίνω κι άλλες γαλλικές λέξεις: πα ντε σα, που σημαίνει βήμα της γάτας. Πρώτη, δεύτερη και τρίτη ποζισιόνδηλαδή θέση. Πλιέ, λυγίζω. Ρελεβέ, σηκώνω. Στο τέλος η Αντιγόνη κάνει σπαγγάτ κι εμείς τη χειροκροτάμε και φωνάζουμε «ανκόρ!». Μετά πάμε βόλτα. Η Αντιγόνη φοράει κεντημένες πουκαμίσες και μας κρατάει από το χέρι σαν να είμαστε και οι δυο παιδιά της.
«Είμαστε η Άννα-Μαρία!» λέω γελώντας.
«Να μην το ξαναπείς αυτό!» λέει η Αντιγόνη. «Έτσι έλεγαν εκείνη τη μουρόχαυλη πριγκίπισσα».
Καμιά φορά, το Σαββατοκύριακο, η μαμά μ' αφήνει να κοιμάμαι στης Άννας. Κάνουμε μπάνιο μαζί, κι η Αντιγόνη μας στεγνώνει τα μαλλιά με την πετσέτα και μας φτιάχνει μικρές κοτσίδες ή κεφτεδάκια ή χοροπηδηχτές αλογοουρές. 'Ύστερα εκείνη καπνίζει τα Γκολουάζ της ή τηλεφωνεί στο Παρίσι κι εμείς, κάτω απ' την κουβέρτα, παίζουμε κατασκήνωση ή σπίτι. Όλα τα σπίτια που θέλει να μείνει η Άννα έχουν ειδικά έπιπλα, ειδική μουσική και ειδική ατμόσφαιρα. ((Δε φτάνει που σου κάνω το χατίρι να μένουμε σε σπίτι κι όχι στο μαγικό χαλί!» λέει. Οι συζητήσεις για την επανάσταση είναι λίγο κουραστικές, αλλά δεν της χαλάω χατίρι. Γιατί η Άννα, ακόμη και στο μισοσκόταδο της κουβέρτας, με κοιτάζει διαπεραστικά. Κι αν διαφωνήσω μαζί της, με τσιμπάει
((Τι είναι αυτό, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας;» ρωτάει ο Καγιό. Έχει ξανανοίξει τη βαλίτσα του. Ξα-ναστόλισε τα πλαστικά ζωάκια. Έφτιαξε και κρεμμυδόσουπα για να με καλοπιάσει.
«Μια ζωγραφιά της Δάφνης».
«Α, σοβάρεψαν τα πράγματα».
Την έφερα στο σπίτι για να τη μελετήσω».
Και τι θα καταλάβεις;»
Τι γίνεται σπίτι τους».
Μήπως υπερεκτιμάς τον εαυτό σου, Μαρία;»
Κάθε άλλο. Το μόνο που ξέρω να ερμηνεύω σ' αυτή τη ζωή είναι οι ζωγραφιές. Έχω διαβάσει πολλά για την παιδική ζωγραφική, αλλά κυρίως θυμάμαι. Θυμάμαι ποια ανάγκη σε οδηγεί να ζωγραφίσεις σπηλιές και βροχή. Μπορεί να της μίλησα για σπηλιές και μάγισσες που τρώνε ακρίδες, αλλά μόνη της επινόησε τους κεραυνούς που σκίζουν το χαρτί της σαν ναζιστικά σήματα. Κι έβαλε στη ζωγραφιά λάσπες, καφε-κόκκινα στίγματα - μια ιλαρά του τοπίου.
Η Δάφνη σχεδιάζει όπως η μαμά της, με μεγάλες χειρονομίες. Σκίζει σχεδόν το χαρτί. Δε φοβάται το γκρίζο χρώμα. Έχει κάνει τη μάγισσα ογκώδη και το μαγισσόπουλο μικροσκοπικό, περιγράφοντας έτσι μια ισορροπία δυνάμεων. Μια δυνατή γυναίκα
βράδυ θα έρθουν στο κρεβάτι σου και θα σε φάνε! Μιαμ!»
Η Νατάσα βγάζει μια κραυγή. Τα μάτια μου έχουν θολώσει, με δυσκολία συγκρατούν τα δάκρυα.
στασίας, η σπηλιά. Η μικρή βρήκε παρηγοριά στην ιστορία που της είπα. Έπειτα τα τίναξε όλα στον αέρα. Είπε κάτι για λεφτά - κερδοσκοπία από τις ακρίδες; Τρομοκράτησε τη Νατάσα με τους βρικόλακες και τα φαντάσματα.
Φαντάζομαι ένα σπίτι με υπόγεια τρομοκρατία. Μπαμπάς δεν υπάρχει ή είναι τελείως αδύναμος, γιατί δεν εμφανίζεται στη ζωγραφιά. Ούτε αδέρφια υπάρχουν. Η μαμά μάγισσα και το μαγισσόπουλο. Ανεβαίνουν στο μαγικό χαλί. Πάνε να βοηθήσουν τους φτωχούς. Μια άλλη περαστική μάγισσα απλώνει το χέρι στο χαλί τους, το τινάζει. Οι μάγισσες μόλις προλαβαίνουν να πιαστούν απ' τα κρόσσια. Έλα δω, που νόμιζες πως θα μου ξεφύγεις. Έχω πολλά να σου πω.
Αλλά όχι ακόμη.
ΟΜΑΔΑ Ε΄
Μ. Καραγάτσης
Γιούγκερμαν
(μυθιστόρημα)
Ο
ΓΙΟΥΓΚΕΡΜΑΝ (1938) είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση (1908-1960). Προηγήθηκαν ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933) και η Μεγάλη Χίμαιρα (1936). Με το Γιοΰγκερμαν ο συγγραφέας έχει αναπτύξει τις αφηγηματικές του ικανότητες και έχει κάνει ουσιαστικά βήματα για την κατάκτηση του μυθιστορήματος. Είναι ώριμο έργο και από την άποψη της μορφής και από την άποψη της εξέλιξης του βασικού ήρωα. Ο συγγραφέας, χάρη στη δημιουργική του φαντασία, με την οποία είναι προικισμένος, απομακρύνεται από τις εμπειρικές αφορμές στις οποίες βασίστηκε και συνθέτει ελεύθερα το μύθο του. Παρά την έξαρση της ατομικότητας που παρουσιάζει ο ήρωας Βασίλης Κάρλοβιτς Γιοΰγκερμαν, η εποπτεία του συγγραφέα αγκαλιάζει πολλά κοινωνικά επίπεδα: είναι οι άνθρωποι των διαφόρων κοινωνικών τάξεων με τους οποίους έρχεται σε επικοινωνία ο ήρωας. Το κοινωνιολογικό εύρος δεν είναι περιορισμένο' μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπινων τύπων, κοινωνικών ομάδων και τόπων εναλλάσσονται στο μυθιστόρημα.
Ο Βασίλης Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν είναι πρόσφυγας. Η καταγωγή του, τα βαριά σημάδια μιας νοσηρής κληρονομικότητας και το ύποπτο παρελθόν, σε συνδυασμό με τις συνθήκες στις οποίες θα ζήσει, προσδιορίζουν την εξέλιξή του σύμφωνα με τη μέθοδο του νατουραλισμού. Είναι νόθος γιος μιας Φινλανδής αστής με εκφυλιστικές καταβολές και ενός Γάλλου τυχοδιώκτη και αλκοολικού. Πρώην ίλαρχος τον ρωσικού στρατού ο Γιούγκερμαν έρχεται στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '20 μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης (1917). Βαρύνεται με κραιπάλες, εμπορία ναρκωτικών , πλιατσικολογήματα και ένα έγκλημα. Από την ύποπτη δραστηριότητα του έχει εξασφαλίσει κάποια οικονομική βάση.
Εγκαθίσταται πρώτα στον Πειραιά με την απόφαση να αποκτήσει με τα πιο αθέμιτα μέσα τις οικονομικές συνθήκες που θα του επιτρέψουν να συνεχίσει την έκλυτη ζωή του, αλλά συγχρόνως να αποκτήσει και κάποια κοινωνική επιρροή. Έχει ωραία εξωτερική εμφάνιση, ανεξάντλητη ζωτικότητα και πολλές ικανότητες. Είναι φύση τυχοδιωκτική και αδίστακτη.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Γιούγκερμαν βολιδοσκοπεί επιχειρηματίες στον χώρο των φαρμάκων χωρίς αποτέλεσμα . Μετά εμπλέκεται με τη χαρτοπαιξία αλλά οι Έλληνες είναι καλύτεροί του .Τελικά διορίζεται στην Εμπορική Τράπεζα χάρη στις ξένες γλώσσες που ξέρει. Οι παρέες του είναι από τον υπόκοσμο και οι ερωτικές του σχέσεις αγοραίες.
3. [Οι συντροφιές και τα γλέντια του Γιούγκερμαν]
Ο Γιούγκερμαν, άψογος στο χώρο της εργασίας του, εξακολουθεί, τον πρώτο τουλάχιστον καιρό, να είναι αχαλίνωτος στην ιδιωτική τον ζωή. Μέθυσος και γυναικάς, αναζητούσε τους συντρόφους του για τα γλέντια στον Πειραιώτικο υπόκοσμο. Στο παρακάτω απόσπασμα βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο| διασκέδαζε ο ήρωας με τη συντροφιά του καθώς και μια. εικόνα από τη ζωή των νεόπλουτων κατοίκων της Αθήνας την πρώτη δεκαετία του μεσοπόλεμου.
Σ' αυτά τα γλέντια είχε σύντροφο κάποιο Γιάννη Μόγια, έναν τύπο του λιμανιού, κάτι ανάμεσα σημειωτή εμπορευμάτων και πράχτορα φορτηγίδων. Μεγάλη λέρα, απ' το λιγδωμένο καπέλο και τα βρωμερά πόδια του ως τα βάθη του παρασυνειδήτου του. Είχ' ένα μούτρο κρύο, κτηνώδες, στερημένο απ' την έκφραση των ματιών (φορούσε μέρα νύχτα μαύρα γυαλιά γιατί έπασχε από τραχώματα). Η κουβέντα του ήταν γοργή, ξερή, ειπωμένη με φωνή βραδιασμένου τενόρου. Δεν χαμογελούσε ποτέ• μα κι ούτε έδείχνε ποτέ θυμό η μορφή του, η τυποποιημένη σε μάσκα απάθειας.Κυκλοφορούσε πάντοτε με μια μεγάλη μοτοσικλέτα, που την έτρεχε δαιμονισμένα [...] Ήταν σκληρός κι απάνθρωπος με τις κοινές γυναίκες. Ήξερε να τις τυρρανά με τη διεστραμμένη επιβολή του, με τις καταχθόνιες απειλές του και, αν το 'φερνε η ανάγκη, με το πιστόλι του. Σήκωνε το χέρι για το τίποτά, για το έτσι- και το κατέβαζε μ' ορμή στα φτιασιδωμένα μούτρα ,δέρνοντας για γούστο , για ένα ναι ή έν όχι. Έπαιρνε ξωπίσω του, υπασπιστή και γελωτοποιό, το Νάσο τον καμπούρη, έν' αποτρόπαιο έκτρωμα με κεφάλι καραγκιόζη και χέρια χιμπατζή, κρεμασμένα ως τη γη. Ο καμπούρης συμπλήρωνε το Μόγια σε κυνισμό και λαγνεία [...]
Αυτοί οι δυο ήσαν η ταχτική παρέα του Γιούγκερμαν. Τους γνώρισε κάποιο βράδυ, στο Ιντερνασιονάλ•* έσμιξαν αμέσως τα χνώτα τους κα γίνηκαν αχώριστοι. Εκείνο τον καιρό (κατά το 1921) τα μέρη της Αθήνας και του Πειραιά όπου μπορούσες να διασκεδάσεις ήσαν λιγοστά. Ο πόλεμος της Μικρασίας συνεχιζόταν αβέβαιος, κρατώντας τον κόσμο σ' ε κνευρισμό. Στο αναμεταξύ οι νεόπλουτοι, μπουχτισμένοι από ευκολοκερδισμένο παρά και λιμασμένοι από μακροχρόνια νηστεία, το 'χαν ρίξει έξω. Γινόταν ένα γλέντι αλλιώτικο, ούτε πρωτόγονο ούτε συμβατικό, μα κάτι το άτοπο, το χυδαίο. Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα και δίχως συναίσθηση τι πάει να πει χρήμα. Σπαταλούσαν ποσά αφάνταστα σ' ένα γλέντι κακόγουστο κι άνοστο, μη λογαριάζοντας τίποτα, μην ξέροντα πώς να διαθέσουν τα εκατομμύρια τους. Βασική προϋπόθεση του γλέντιού ήταν ν' αποχτήσουν αμερικάνικο αυτοκίνητο και να τριγυρνάν στου ανύπαρχτους τότε δρόμους της Αττικής, αράζοντας σε ξωτικά λιμάνια Ραφήνα και Σκαραμαγκά - που ο μη εκατομμυριούχος μονάχα στ' όνειρό του μπορούσε να τα ιδεί. Ήσαν εκεί κάτι βρωμοταβέρνες, που παρίσταναν τα κέντρα πολυτελείας, που πουλούσαν τα τηγανητά μπαρμπούνια και τον μποτιλιαρισμένο σταφιδίτη σε τιμές αστρονομικές.Είχαν και κάτι βρωμερές «αίθουσες δι' οικογενείας» με μοναδική επίπλωση ένα ντιβάνι ξεχαρβαλωμένο από τ' αμέτρητα αγκαλιάσματα της πελατείας..
' 4. [Το ξύπνημα των συναισθημάτων]
Ο Γιούγκερμαν ανακαλύπτει εντελώς συμπτωματικά ότι ο στενός τον συνεργάτης στην Τράπεζα, ο Μιχάλης Καραμάνος, είναι διάσημος συγγραφέας. Ξαφνιασμένος από την ανακάλυψη αυτή καλεί τον Καραμάνο στο σπίτι του για βαθύτερη γνωριμία, Σε λίγο θα αναπτυχθεί ανάμεσα τους το αίσθημα της φιλίας.
• Αν δε βαριέσαι, έλα να φάμε μαζί, στο σπίτι μου. Ζω μόνος, δεν έχω υπηρέτρια. Θα ψωνίσουμε φρούτα, τυρί και τα χρειώδη για μια καλή σαλάτα. Αυγά έχω, θα φτιάσω μια ομελέτα από κείνες που έκανα στον πόλεμο, στις ίσμπες* των μουζίκων*. Μου μένει κι ένα μπουκάλι χαλκίδέικης ρετσίνας. Κρεβάτι για να ξαπλωθείς υπάρχει. Κοιμάσαι το μεσημέρι; Ο Καραμάνος χαμογέλασε με πικρό σαρκασμό.
- Ω, κοιμάμαι!... Αν κοιμόμουν το μεσημέρι, πώς θα κατόρθωνα να κοιμηθώ το ταχτικό μου τρίωρο της νύχτας;
- Λοιπόν, σύμφωνοι;
Έμειναν σύμφωνοι. Γίνηκαν γρήγορα τα ψώνια, κι ένα ταξί τους πέταξε στην Καστέλα. Ο Καραμάνος ξαπλώθηκε στην πολυθρόνα, πλάι στο ανοιχτό παράθυρο, και κοιτούσε τη θάλασσα, κουρασμένος κι άκεφος όπως πάντα. Στο αναμεταξύ ο Βάσιας ντύθηκε μιαν άσπρη ποδιά κι ετοίμαζε το φαγητό με τέτοια σβελτέτσα* και κεφάτο μπρίο που ο θλιβερός Μιχάλης καταδέχτηκε να χαμογελάσει.
- Όρεξη που την έχεις, Βάσια, μουρμούρισε...
- Και γιατί να μην έχω; αποκρίθηκε ο Γιοΰγκερμαν τοποθετώντας συμμετρικά τα σερβίτσια στο μικρό τραπέζι. Νέος είμαι, βλάκας δεν είμαι, το ψωμί μου το βγάζω, τις γυναίκες τις κανονίζω. Τι μου λείπει;
Ο Καραμάνος χαμογελούσε βαριεστημένα.
- Εσύ Μιχάλη, δεν έχεις ποτέ κέφια;
- Πώς! Όταν τύχει, καμιά φορά, κι έχω χορτάσει ύπνο..*-Μα αυτό γίνεται τόσο σπάνια.
Ο Γιοΰγκερμαν τον κοίταξε με απορία:
- Δεν καταλαβαίνω. Εγώ, άμα πέσω στο κρεβάτι, κοιμάμαι άμεσως.
- Είσαι ευτυχισμένος, εσύ...
Το είπε αυτό ο Καραμάνος με ζήλεια, με μοχθηρία ανθρώπου που στερείται το μεγαλύτερο αγαθό της ζωής: τον ύπνο...
Έφαγαν γερά- δεν άφησαν τίποτα στα πιάτα. Κανόνισαν την μπουκάλα της χαλκιδέικης. Ο Βάσιας σηκώθηκε για καφέ, δηλώνοντας πως ο «μέτριος ψιλό καϊμακλής » του είναι άφθαστος• πως προκαλεί όλους τους ταμπήδες της Ανατολής σε διαγωνισμό, αν τους βαστάει! Και, σαν γίνηκε ο περίφημος αυτός καφές, τον ήπιαν παρέα με τσιγάρο μυρωδάτο. Είχε φτάσει η ώρα των εκμυστηρεύσεων.
| ΟΓιούγκερμαν πήρε απ' την εταζέρα τις «Θέσεις και Αντιθέσεις*,φυλλομέτρησε τις σελίδες σιωπηλός, συλλογισμένος, και σταμάτησε σ' ένα σημείο.
«Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος. Η Μοίρα των Θεών είναι Λήθη». Το πρώτο, το καταλαβαίνω. Μα τι θέλεις να πεις με το δεύτερο; |•Είναι τόσο απλό αυτό που θέλω να πω. Μα φαίνεται πως δε συλλογίστη|κες ποτέ σου, Βάσια. Δεν άφησες ποτέ το μυαλό σου να καλπάσει μακριά...
Ο Γιούγκερμαν αναστέναξε: Αυτή είναι η αλήθεια. Σαν ήμουν νέος, κι οι δάσκαλοι θέλαν να μου μάθουν όλ' αυτά, εγώ τους κορόιδευα. Από τα μαθήματα αποστήθιζα τόσο,όσο να μη μ' απορρίψουν. Αργότερα έκοψα κάθε σχέση με τα βιβλία. Δεν είναι για μένα αυτά τα πράγματα. Κι αν διάβασα τη φυλλάδα σου, είναι γιατί την έγραψες εσύ. Μα μου γέννησε αμέσως τέτοιες απορίες, μου μισάνοιξε την αυλαία από τόσα μυστικά, που από προχτές το βράδυ είμαι άλλος άνθρωπος. Δεν ξέρω, βρε Μιχάλη, τι ξύπνησε μέσα μου! Θα ήθελα να τα ήξερά όλα, μονομιάς. Ποια «όλα»;
Στην ειρωνική ερώτηση του Καραμάνου, ο Βάσιας δε βιάστηκε ν' απαντήσει.
- Πώς να σ' το εξηγήσω... Να, όταν λες «η Μοίρα των Θεών είναι η Λήθη», μέσα σ' εφτά λόγια κλείνεις κάτι μεγάλο. Θα ήθελα, με μιας, να νιώσω τα εφτά λόγια σου. Και καταλαβαίνω πως ούτε με χίλιες λέξεις δεν μπορείς να μου τα εξηγήσεις.
-Κι όμως πέφτεις έξω. Αυτό, το δυσνόητο για σένα, δεν είναι τίποτα.Μια απλή ιστορική αλήθεια, που της έδωσα μια κούφια, φιλοσοφική τάχα μορφή. Με δυο λόγια θα καταλάβεις. Πού είναι σήμερα οι θεοί των πατεράδων σου, Βάνδαλε Σκανδιναβέ; Πού είναι ο Βόταν;* Πού είναι οι Βαλκυρίες* του;
- Αυτά είναι παραμύθια των παλιών...
- Ακριβώς. Οι θεοί ξεχνιούνται μέσα σ' ένα παραμύθι. Μα εκείνο που θα ήθελα να μου πεις -αφού λες πως το κατάλαβες- είναι το άλλο εγώ, που το 'γραψα, δεν το 'χω νιώσει καλά: «Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...». Τι πάει να πει αυτό, Βασίλη Γιοΰγκερμαν;
- Πώς όλοι θα πεθάνουμε...
- Μη δίνεις επιπόλαιες απαντήσεις. Σκέψου καλά...
Τα μάτια του Βάσια παίζαν ανήσυχα. Και, τέλος, καρφώθηκαν με επιμονή στα μάτια του Καραμάνου.
- Μου φαίνεται πως νιώθω... Μα είναι τρομερό αυτό...
- Είναι θαυμάσιο!
- Μιχάλη, αλήθεια; Το πιστεύεις αυτό;
Ο Καραμάνος κοίταξε τη γαλάζια θάλασσα, με κούραση υπέρτατη.
- Σε τι θέλεις να πιστεύω; Στη ζωή; Στις ηδονές της; Βρήκες εσύ ηδονές στη ζωή σου;
- Βρήκα και πολλές μάλιστα.
- Δε θα ξαναβρείς. Ως τα σήμερα ήσουν ανόητος. Μα άρχισες να συλλογιέσαι. Δε θα ξαναβρείς ηδονές...
Σώπασαν για λίγο. Μες στο κεφάλι του Γιοΰγκερμαν γινόταν μια τρομαχτική εργασία.
- Αυτά που λες δεν είναι καθαρά. Μα σα να νιώθω τι θέλεις να πεις. Ή καλύτερα, το διαισθάνομαι. Είναι κάτι σαν απροσδιόριστη αλήθεια που πάντα βρισκόταν μέσα μου• μα κοιμόταν.
- Θα ξυπνήσει. Ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις. Πέντε χρόνια τώρα σε παρακολουθώ, μέρα με τη μέρα. Πέντε ολόκληρα χρόνια, καθισμένος πλάι σου σιωπηλός σε μελετώ και περιμένω.
-Τι περιμένεις;
- Εκείνο που περίμενε ο Εγγλέζος: τη στιγμή που το λιοντάρι θα έτρωγε το το θηριοδαμαστή. Πού θα πας; Θα σε φάει κι σένα το λιοντάρι,αν δεν κόψεις τη μανία να βάζεις το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του. Και τότε θα πεις: είχε δίκιο ο Μιχάλης Καραμάνος. Η Μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος...
Ο Γιοΰγκερμαν ήταν ωχρός. Μέσα του ξύπνησε μια παλιά εικόνα: κάποτε, στο Κίεβ, πάνω στην Επανάσταση, μια τσιγγάνα του είπε τη μοίρα του Ήταν μεθυσμένος, σ' ένα βρώμικο τρακτίρι,* γεμάτο καπνούς και σκοτεινό. Έξω, οι στρατιώτες του ντουφέκιζαν δυο ντουζίνες αιχμαλώτους. Το χρησμό της γύφτισσας τον έκοβαν πυροβολισμοί, ουρλιάγματα πόνου, λόξυγγες αγωνίας και χάχανα των μπόγηδων* «Συ, του είπε η γυφτισσα, θα γίνεις κάτι σα βαοιλιάς σε κάτι πολύτιμο. Μα κάλλιο να μη γινόσουν. Θα σου πιει το αίμα αυτό το πράμα, το βασιλεμένο...». Ετσι και τώρα, τα λόγια του Καραμάνου του φάνηκαν το ίδιο προφητικά. Περισσότερο μάλιστα. Γιατί δεν ήταν βγαλμέν' απ' τον απόκοσμο τωνδαιμόνιων, μα από χείλη ανθρώπου με νοημοσύνη που ξεμάκραινε ως τα βάθη της ζωής...
- Άμα ήρθες απ' τη Ρωσία, είπε ο Καραμάνος, είχες φέρει κάτι λεφτά-
, Τα 'χεις ακόμα;
,'Όχι μόνο τα 'χω, μα τα τριπλασίασα με διάφορα κόλπα στο Χρηματιστήριο.
Θυμάσαι τα παλιά σου τα σχέδια; Όταν πρωτοήρθες;
Ο Γιούγκερμαν τινάχτηκε ολόκληρος.
-Ποια σχέδια; Δε σου μίλησα ποτέ για τίποτα! Δεν ήταν λόγος να μου μιλήσεις• ούτε τα ξέρω τα σχε'διά σου. Μα δεν μπορεί παρά να είχες. Ν' ανοίξεις ένα χαρτοπαίγνιο, λόγου χάρη. Ή να σκαρώσεις μια μεγαλόσχημη και μπαταξίδικη εταιρεία. Κάτι τέτοιο, ε; Ο Βάσιας έσκυψε το κεφάλι κι ομολόγησε πως ο καημός του ήταν ν' ανοίξει πανσιόνα*. Πράμα που έκανε τον Καραμάνο να σκάσει στα γέλια...
Στο σημείο αυτό ο Γιοΰγκερμαν αισθάνεται την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά τον και να αποκαλύψει τον κρυφό εαυτό τον στον άνθρωπο «που ήξερε ν' αναταράζει το μέσα κόσμο του πλαϊνού του»
Τελείωσε τη διήγηση του σηκώνοντας τους ώμους μ' αδιαφορία. Ο Καραμάνος χαμογελούσε κοιτώντας την κάφτρα του τσιγάρου του:
-Με τη διαφορά, Βάσια, πως σήμερα κάνεις τη βρωμοδουλειά σου με την ' πεποίθηση πως κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει επίσημα, εξόν από σένα. Ενώ, τότε, οι ύποπτες επιχειρήσεις σου προκαλούσαν την αγανάκτηση όλου του κόσμου. Μόνο συ τις έβρισκες σωστές... Αναστέναξε με λεπτή ειρωνεία:
-Ζούμε μέσα στην κοινωνική πρόληψη, Βασίλη Κάρλοβιτς Γιούγκερμαν (όπως θα 'λεγε ο Ντοστογιέφσκι). Και πρέπει να τη σεβόμαστε, μια και δεν έχουμε το κουράγιο να πάρουμε το δρόμο της μοίρας μας. Και γω, ο Μιχάλης Καραμάνος, που σιχαίνομαι τα πάντα, ως κι αυτή τη ζωή, σε βοηθάω στη βρωμερή κατασκοπεία σου για εφτά χιλιάρικα το μήνα. Τέτοιο χαμένο κορμί είμαι• τέτοιος μικρός παλιανθρωπάκος• τέτοιος αισχρός υποκριτής. Και δε βρέθηκε ένας άνθρωπος, απ' όλους αυτούς που ακούν και διαβάζουν τις μπούρδες μου, να 'ρθει στο σπιούνικο γραφείο μου και να με φτύσει κατάμουτρα...
Είχε σηκωθεί πολύ ταραγμένος. Το πρόσωπο του κουνιόταν ολόκληρο από υποδόρεια νευρική εργασία.
- Πώς να μασήσεις την κάνη του πιστολιού, όταν έχεις μια μητέρα που σε υπεραγαπάει; Πώς να της δώσεις, της έρμης της γριούλας, την εικόνα του ματωμένου κουφαριού σου, όταν έχει μόνο σένα στον κόσμο για χαρά. για ελπίδα, για προϋπόθεση της μαύρης ζωής της; Όταν ξέρεις πως η σφαίρα που θα σου τσακίσει το καύκαλο, θα σφηνωθεί και στην καρδιά της μάνας σου;
Πλησίασε στο παράθυρο, να δροσίσει το φλογισμένο μέτωπο του.
- Και στο τέλος, πρόσθεσε με μουντή φωνή, πρέπει να τη ζήσεις, τη δόλια τη γριούλα. Και πώς να τη ζήσεις; Με τα κέρδη των βιβλίων σου;
Γέλασε ανόρεχτα, κουρασμένα, δίχως να γυρίσει το κεφάλι. Κοιτούσε τον ουρανό, που έπαιρνε βαθυγάλαζους τόνους όσο ο ήλιος προχωρούσε στο βασίλεμα. Ο Γιούγκερμαν καθόταν στην καρέκλα του, με το μυαλό σε μακρινούς στοχασμούς. Και είπε, σιγά και βαριά, αρθρώνοντας τα λόγια:
- Εμένα, ο πατέρας μου ήταν ένας ασελγής μέθυσος• η μάνα μου, μια ασυνείδητη ερωτομανής. Δεν μπορώ να καταλάβω τα αισθήματα σου. Ίσως να 'χεις δίκιο...
- Απ' ό,τι μου είπες, φαίνεται πως δε γνώρισες ποτέ τη γλύκα του σπιτιού• το ευτυχισμένο αίσθημα του αιμάτινου δεσμού. Αμφιβάλλω, Βάσια,, αν αγαπήθηκες ποτέ κι αν αγάπησες.
Ο Γιούγκερμαν αντέδρασε σ' αυτή την υπόνοια:
- Όχι δα! Ίσως μες στην οικογένεια μου να μη βρήκα κανένα τρυφερό αίσθημα.. Μα απ' έξω...
- Είχε; φίλους γκαρδιακούς;
Σήκωσε τους ώμους του μ' αδιαφορία:
- Ώ, φίλους... Μόνο γνωριμίες... Μα είχα γυναίκες. Πολλές γυναίκες...
- Πάρα πολλές για να προφτάσεις ν' αγαπήσεις έστω και μια. Ή και
να προφτάσει να σ' αγαπήσει...
- Εσύ, Μιχάλη, πρέπει να 'χεις αγαπήσει. Τι είναι αυτή η αγάπη;
Είδε το πρόσωπο του Καραμάνου να παίρνει έκφραση σκληρή- το αριστερό του βλέφαρο να μισοσκεπάζει μια ματιά ατσαλένια• οι άκρες των χειλιών να τραβιούνται σ' αδιόρατο σπασμό.
- Η αγάπη; θέλεις να μάθεις τι είναι η αγάπη; Μη βιάζεσαι! Μια κι έ¬φυγες απ' τα χασίσια και τα χαμαιτυπεία σου, για να γίνεις καθώς πρέπει κύριος, θα το μάθεις κι αυτό...
5. [Τα μαρτύρια της αγάπης]
Στο μεταξύ προχωρούσε η πνευματική διαπαιδαγώγηση τον Γιούγκερμαν από τον Καραμάνο. Κοντά στο διανοούμενο αυτόν ο ήρωας θα αισθανθεί μια βαθιά μεταβολή: ξυπνούν μέσα τον πνευματικές ανησυχίες, δοκιμάζει εμπειρίες αισθητικές και καλλιεργεί ορισμένες λανθάνουσες ιδιότητες της προσωπικότητας του. Ο συναισθηματικά ανάπηρος ως τότε Γιούγκερμαν θα αισθανθεί για πρώτη φορά το αίσθημα της φιλίας και την ανάγκη των απλών ανθρώπινων σχέσεων. Δεν τον ικανοποιούν πια οι παλιές διασκεδάσεις και επιδιώκει τη ζεστή ανθρώπινη παρουσία, τη χαρά της επικοινωνίας κοντά σε βασανι-σμένους από τη στέρηση Μικρασιάτες, όπως οι γεροντοκόρες σπιτονοικοκυρές του, που διαθέτουν ωστόσο ανεξάντλητα αποθέματα συναισθηματικού πλούτου. Από μια τέτοια οικογένεια προέρχεται και το κορίτσι που θα αγα¬πήσει στη ζωή του, η Βούλα Παπαδέλη. Η ηρωίδα αυτή με το μικροσκοπικό κορμί και τα ωραία μεγάλα μάτια ύστερα από κάποιο κοριτσίστικο ολίσθημα υποχρεώθηκε από τους γονείς της να αρραβωνιαστεί το φίλο της Γιώργο Μάζη, που σπούδαζε ψυχίατρος στην Αυστρία. Έλειπε οχτώ χρόνια από την Ελλάδα και δεν της είχε γράφει ούτε ένα γράμμα ως τη στιγμή που επιστρέφει και ζητάει να παντρευτεί τη μνηστή του. Η Βούλα δεν τον αγαπάει πια, αλλά οι γονείς της, χρεωκοπημένοι και φτωχοί βλέπουν το γάμο αυτό με τον πλούσιο γαμπρό σαν σανίδα σωτηρίας. Πιέζουν τη Βούλα να δεχτεί. Έχει. δώσει η ίδια προθεσμία λίγους μήνες για ν' απαντήσει. Στο διάστημα αυτό συναντά τον Γιούγκερμαν. Στο απόσπασμα που ακολουθεί παρακολουθούμε τη μαρτυρική ζωή της Βούλας Παπαδέλη στο οικογενειακό της περιβάλλον.
- Είχε όμως, μέσα σ' αυτό το μαρτύριο, και τις ελάχιστες ώρες της χαράς της. Ελάχιστες, βέβαια" μα τόσο εντατικές, που γέμιζαν απόλυτα τη ζωή της και την έκαναν να παραβλέπει τ' άλλα της βάσανα. Ή, καλύτερα, δεν νοιαζόταν για όλ' αυτά• περνούσαν πάνω της σαν κονταριές σε άτρωτο κορμί. Συγκεντρώθηκε στον εαυτό της κι υπόφερε τα πάντα με θαυμαστό στωικισμό, περιμένοντας τη στιγμή - τρεις φορές τη βδομάδα – που θα 'σμιγε με το Βάσια, στο καφενεδάκι του Τουρκολίμανου. Τότε, όλα έσβήναν. Δινόταν στην ερωτική της ευτυχία με χαρούμενη καρδιά και ανάλαφρο πνεύμα. Χανόταν στο μαγνητικό ρευστό του αγαπημένου άνδρα που την τύλιγε με βαλσαμικά κύματα. Η γαλήνη της ήταν απόλυτη, τόσο απόλυτη, που γέμιζε όλες τις ώρες της, κι αυτές ακόμα τις μαύρες ώρες του πνιχτικού σπιτιού.
Δεν του είπε ποτέ τίποτα γι' αυτά. Όχι από υπολογισμό ή ύστεροβουλία- δε σκέφτηκε πως θα 'πρεπε να κρατήσει κρυφή οποιαδήποτε της ζωής της. Μα πρώτα πρώτα, ποτέ η κουβέντα τους δεν ήρθε στην περασμένη ερωτική ζωή τους• κι ύστερα, όλ' αυτά τα 'βρισκε μικρά κι ανάξία μπροστά στη μεγάλη περιπέτεια της καρδιάς της. 'Οταν ερχόταν η στιγμή θα του μιλούσε• δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Γιατί, όπως είπαμε, στο βάθος είχε αποφασίσει να πάρει το γιατρό. Μα δεν το 'λεγε στους δικούς της να ησυχάσουν, και να πάψουν κι αυτηνής τα μαρτύρια. Προτιμούσε να κυλούσε το εξάμηνο μέσα στη θλίψη και τις καταπιέσεις, παρά να γίνονταν αμέσως οι επίσημοι αρραβώνες, που θα της στερούσαν τη μεγάλη ευτυχία της: την επαφή με το Βάσια.Όσο οι μέρες κυλούσαν κι έβλεπε να κοντεύει ο χρόνος του μισητού γάμου - κι η στιγμή του οδυνηρού χωρισμού - σφιγγόταν η καρδιά της . Μια μονάχα ελπίδα είχε: πως ο Βάσιας θα καταλάβαινε την αναπότρεπτη ανάγκη αυτού του γάμου και δεν θα την έβγαζε απ' την καρδιά του .Μια άλλη δυσάρεστη πλευρά ήσαν οι καθημερινές σχεδόν επισκέψεις του Γιώργου. Η Βούλα έλπισε πως μετά τη συμφωνία της εξάμηνης προθεσμίας - και την καθαρά αντιπαθητική στάση της - ο γιατρός θα είχε εξυπνάδα ν' αραίωνε τις εμφανίσεις του. Αυτός όμως, κινημένος.από πληγωμένο εγωισμό, το 'βαλε πείσμα να την ξανακαταχτήσει. Έξω από την πραγματικότητα, όπως πάντα, νόμισε πως οι συχνές επισκέψεις στο Παπαδελέικο και το παρουσίασμα της στραπατσαρισμένης αξίοπρέπειάς του, θα είχαν καταθλιπτικό αποτέλεσμα στην απόφαση της αρρα βωνιαστικιάς του. Η Βούλα σήκωνε τους ώμους κάθε φορά που τον έβλεπε ν' ανεβαίνει τη σκάλα ωραίος, κομψός, σπουδαίος κι ανόητος, με ύφος προσβλημένου τιμητή [...]
Η απογοήτεψη κι ο θυμός του ξέσπασαν στην Παπαδέλαινα, με πικρά παράπονα κι ιερεμιάδες* ατέλειωτες. Κι εκείνη για να ξεσπάσει, χύθηκε με καινούρια κρίση μανίας πάνω σ' «αυτή την ασυνείδητη» και την ξερόψησε με σιγανή και σίγουρη φωτιά.
Το μεγάλο πανηγύρι έγιν' ένα Σάββατο. Το βραδάκι, στις εφτά, η Βούλα είχε το συνηθισμένο ραντεβού της με το Βάσια. Όταν, κατά τις εξήμιση, κατέφθασε ο κύριος οιονεί* αρραβωνιαστικός. Δε γινόταν για πρώτη φορά αυτό. Τότε η Βούλα έκλεινε το μισό παραθυρόφυλλο της κάμαρας της, σε τρόπο που να το ιδεί ο Βάσιας απ' το Περίπτερο. Κι αυτό είχε την εξής συμβατική σημασία: «Σήμερα δεν μπορώ να έρθω. Αύριο την ίδια ώρα». Οπωσδήποτε, η Βούλα περίμενε την επίσκεψη του γιατρού για την Κυριακή. Από το πρωί βρισκόταν σε πυρετική προσμονή του βραδινού περίπατου. Τόσο πολύ πεθυμούσε να ιδεί το φίλο της εκείνο το βράδυ, που τίποτα δεν μπορούσε να τη συγκρατήσει. Στο σαλόνι, όπου πήγε με το Γιώργο ήρθε κι η Νίτσα*. Ευτυχώς γιατί δε θα μπορούσε να κρατήσει μια συνομιλία, με την αγωνία που τη σύνεχε. Είπε μόνο δυο-τρεις λέξεις• διαρκώς στριφογύριζε στην καρέκλα της, φανερά νευριασμένη κι ανυπόμονη. Όταν ο ρολόι χτύπησε εφτά, χωρίς να δικαιολογηθεί, βγήκε απ' την κάμαρα, σα να πήγαινε για δυο λεπτά κάπου. Και ξαναγύρισε στις εννιά. Χτυπώντας την πόρτα του σπιτιού της, ήξερε τι την περίμενε• μα ήταν έτοιμη να δεχθεί τα πάντα με απόλυτη ψυχραιμία. Μήπως δυο ολόκληρες ώρες δε γνώρισε την πιο τέλεια ευτυχισμένη γαλήνη κοντά στον αγαπημένο άντρα; Τι αξία είχαν όλα τ' άλλα;
Φαίνεται πως η φασαρία που ακολούθησε το ξεπόρτισμά της ήταν γενναία.. Ο Γιώργος γίνηκε κατακίτρινος κι έφυγε απειλώντας γη και ουρανό.Ή Παπαδέλαινα μάταια προσπάθησε να τον γαληνέψει γεμίζοντας εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις. Σαν έμεινε μόνη έπεσε σε νευρική κρίση | που είχε αντίχτυπο στις δυο μικρές της κόρες. Πάνω στη συναυλία γοερών κλαμάτων κατέφθασε ο Χρίστος στο τσακίρ-κέφι τα είχε κοπανήσει στο Πασαλιμάνι, με την παρέα του. 'Οταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα-άρχισε να βλαστημάει Χριστούς και Παναγίες, απειλώντας πως θα κόψει τα ποδάρια της παλιοβρώμας της αδερφής του και του αγαπητικού της. Από αντανάκλαση ο Κωστάκης ούρλιαζε, χωρίς να ξέρει γιατί. Η υπηρέτρια κλείστηκε στην κουζίνα, με τρομαγμένα σταυροκοπήματα• κι οι γειτόνοι βγήκαν στα παράθυρα. Απάνω στην ώρα έφτασε η Βούλα. Μόλις την αντίκρισε, ο Χρίστος εξαγριώθηκε. Τη στρίμωξε σε μια γωνιά, και με μούτρο αναμμένο άρχισε βρίζει καπηλικά. Από το στόμα του βγήκε ένας πειραιώτικος οχετός βρωμερός, ασφυχτικός και τόσο αναπάντεχος, που η Βούλα σάστισε. Μα γρήγορα ξανάβρε την ψυχραιμία της, τη θωρακισμένη με τη γενικότερη αδιαφορία για ό,τι δεν αφορούσε την αγάπη της. Σήκωσε τους ώμους και ψιθύρισε ήρεμα, δίχως κακία, ίσως με κάποια θλίψη:
- Είσαι πιωμένος, Χρίστο, και δε σε συνερίζομαι...
Ο αδερφός φούντωσε από τη λυσσά του.
- Α! Ώστε έχεις μούτρα και με βρίζεις, παλιοβρώμα! Είμαι μεθυσμένος και δεν ξέρω τι μου γίνεται! Δε φτάνει που κατάντησες έτσι, μα βγάζεις και γλώσσα στον αδερφό σου! θα σου δείξω εγώ!
Είχε τέτοια συναίσθηση πως ήταν άτρωτη από κάθε κακό, έξω από την αγάπη της, που ξανασήκωσε τους ώμους.
- Τι θα μου δείξεις; μουρμούρισε σαν ν« μιλούσε στον εαυτό της.
Μα ο Χρίστος το πήρε αλλιώς. Χάνοντας ολότελα τον έλεγχο του εαυτού του, της τράβηξε δυο γερά χαστουκιά.
- Να, σκύλα ξαναμμένη! Να σε μαθω να μου βγάζεις γλώσσα!
Αυτό δεν το περίμενε. Το τράνταγμα ήταν τόσο δυνατό, που έμεινε σαστισμένη, ζαλισμένη, με μια βοή στ' αυτιά. Γρήγορα όμως συνήρθε. Ορθώθηκε, όσο της επέτρεπε το μικρό κορμί της• μα ο θυμός της ήταν τέτοιος, που φάνηκε πελώρια. Το πρόσωπο της γίνηκε φλουρί• τα καστανά μάτια της πετούσαν μαύρες φωτιές.
- Άκου να σου πω, είπε με φωνή δυνατή και ξεκάθαρη. Αν νομίζεις πως θα πουλήσω την τύχη και το κορμί μου, μικρέ παλιάνθρωπε, για να γίνουν τα κέφια σου, είσαι γελασμένος. Σ' το λέω εσένα, και να το ακούσουν όλοι! Πόρνη δεν είμαι, ούτε θα γίνω ποτέ, και μάλιστα για σας, πεινασμένοι λύκοι! Αν πάρω το Γιώργο -που δε θα τον πάρω ποτέ- να το ξέρετε: το καθήκον μου, σαν τίμια σύζυγος, με προστάζει ένα πράμα: να υπερασπιστώ την περιουσία του άντρα μου από τα νύχια σας! Όχι! Δε θα τον αφήσω να σας δώσει ούτε μια πεντάρα! Ποτέ! Ποτέ! Ποτέ!
Προχώρησε κατά πάνω του απειλητική, με σαγόνια και γροθιές σφιγμένες.
- Όσο για σένα, μικρέ εκβιαστή, που τόλμησες να σηκώσεις άδικο χέρι πάνω στη μεγάλη αδερφή σου, σε σιχαίνομαι! Είσαι πολύ χαμηλός ανθρωπάκος! Φύγε από μπροστά μου!
Το πρόσωπο, η φωνή, τα λόγια της ήσαν τόσο τρομαχτικά, που ο νεαρός μεθυσμένος τα 'χασε. Χωρίς να μιλήσει, με κεφάλι κατεβασμένο οπι¬σθοχώρησε, πήρε το καπέλο του, ροβόλησε τη σκάλα και βγήκε στο δρόμο χτυπώντας την πόρτα με μανία. Κατάλαβε πως νικήθηκε χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, αφού είχε το δίκιο με το μέρος του...
Κ. Πολίτη , Το λεμονόδασος, 144-145
Βίργκω,
Όλο αυτό το διάστημα δεν έπαψα να σε συλλογιέμαι, δεν έπαψα να συλλογιέμαι και τους δυο μας, μ' όλη τη δυνατή επιείκεια.
Καταλαβαίνω καθαρά πως η μητέρα σου, καθώς και η δική μου, μας θεωρούνε αρραβωνιασμένους, με φυσική συνέπεια να παντρευτούμε. Αυτό θα ήταν τρομερό.
Σκέψου, Βίργκω, πόσο αγαπηθήκαμε. Δεν ξέρω τι ένιωθες εσύ. Αν πρόκειται να εκφράσω εγώ την ψυχική μου κατάσταση με υλικά μέσα, μπορώ να βεβαιώσω πως εμφανιζόταν κάποιο δημιούργημα μοναδικό σε χρώματα, σε ήχους, σε γραμμές. Δονούσαν τον αέρα συμφωνίες όλο ηρωισμό και πάθος, τόσο που ανοίγανε οι ουρανοί. Μια μαρμαρένια στήλη ψήλωνε στο άπειρο μέσα σε δίνη από χρώματα λαμπρά όλα τα χρώματα της ίριδας πάνω σε βάθος κόκκινο πορτοκαλί. Μια δύναμη με ωθούσε να πετάξω στο διάστημα. Τόσο πολύ σ' αγαπούσα... Και τώρα ακόμη που σου γράφω, στριφογυρίζουν μπρος στα μάτια μου τα ίδια χρώματα, κάπως πιο θαμπωμένα στην απόσταση. Φτάνει ακόμα από τ' από¬μακρο στ' αυτιά μου ο αντίλαλος της αποθεωτικής μας συμφωνίας.
Σκέψου τώρα, Βίργκω, πού θα καταντούσαμε ύστερ' από το γάμο. Το ηρωικό φτερούγισμα θα σταματούσε μετά λίγο καιρό και θα βρισκόμαστε αντίκρυ ο ένας στον άλλο μέσα στις εκνευριστικές μικρότητες της καθημερινής ζωής. Δε θα μας έμενε ούτε η ανάμνηση του ερωτά μας θα την είχε σπαράξει το τέρας της πραγματικότητας.
Για είκοσι χρόνια, τα είκοσι χρόνια που μας μένουν από τα νιατα, θα πρέπει καθημερινά και οι δυο να θάβομε κάποιαν απατηλή γοητεία. Εμείς οι ίδιοι θα γινόμαστε οι νεκροθάφτες της αγάπης,, μας. Κι ωστόσο οι ανάγκες που επιβάλλουν οι αισθήσεις θ' αντι-καταστούσαν το πάθος της ψυχής μας: η αγάπη μας θα καταντού¬σε μια φυσική ανάγκη. Τότε, προς τι εκείνη η ανάσταση; Προς. τι ακόμα η εξέγερση απ' τις αόρατες δυνάμεις που μας συνεπήρανε σα μανιασμένος σίφουνας; Το κοινότερο συνοικέσιο θα 'χε το ίδιο αποτέλεσμα. Θα γκρεμίζαμε το οικοδόμημα της αγάπης μας. Μα πρέπει να οικοδομούμε αέναα και όχι να γκρεμίζαμε.
Σπείραμε γύρω μας ανησυχία και θλίψη —τόσο μεγάλη αναστά¬τωση. Σα να πρόκειται για κάποιο γεγονός κοσμοϊστορικό, ενώ δεν ήταν παρά η έλξη από το μαγνητισμό δύο αντιθέτων πόλων. Οι μακρινοί προγονοί μας της λίθινης εποχής θα 'λυναν το ζήτημα σε μια στιγμή. Αυτά έλεγα και στον καημένο το Σαρή λίγη ώρα προτού να σκοτωθεί. Εμείς τον σκοτώσαμε. Πάει, όμως, λησμονήθηκε, δε μίλησες ποτέ γι' αυτόν.
Τώρα, Βίργκω, με τραβούνε άλλα ιδανικά, μακριά από πάθη και αγωνίες. Η φαντασία μου θα λουφάξει κάτω από το βάρος της μελέτης, έτσι που ν' αδυνατεί να φτερουγίσει κι ακόμα όταν θα κοιμούμαι και δε θα την προσέχω: ούτε στα όνειρα μου.
Σ' αφήνω, Βίργκω. Πίστεψε με, ο χωρισμός μας είναι το μόνο μέσο να διατηρήσαμε ακέραιο τον ερωτά μας. Ο μόνος τρόπος να του μείνομε πιστοί, ακόμα κι ασυνείδητα, πιστοί ως την ανάμνηση του που θα σελαγίζει σα φωτεινό μετέωρο πάνω στον άγνωστο ου¬ρανό του μέλλοντος μας.
Α. Μιχαλοπούλου, Γιατί…109-110, 137-138
Τον λένε Κώστα! Πηγαίνουμε μαζί στα γαλλικά!
«Τι μπανάλ όνομα!» λέει η Άννα και ξεφυσάει.
«Ναι, αλλά φιλάει ωραία...»
«Πώς φιλάει δηλαδή;»
Στην αρχή κρατάει το πρόσωπο σου μέσα στις πα¬λάμες του. Αυτοσυγκεντρώνεται και σε κοιτάζει στα μάτια χαμογελαστά, σαν να σου λέει μη φοβάσαι. Και φιλάει αργά: πρώτα τα χείλη, μετά τα μισάνοιχτα χεί¬λη, μετά τα ορθάνοιχτα χείλη, τέλος η γλώσσα. Ύστε¬ρα τα ξανακάνει όλα αντίστροφα και τελειώνει μ' ένα απαλό φιλί στα χείλη. Μετά σε αγκαλιάζει και περ¬πατάτε μαζί. Κατηφορίζετε τη Σίνα κι η Αθήνα α¬στράφτει στο βάθος.
((Τι βλακείες είναι αυτές;» λέει η Άννα.
((Μα είναι πολύ ευγενικός, σαν Γάλλος. Ίσως επει¬δή μαθαίνει γαλλικά, ξέρεις...»
«Πρώτον, δε μετράει. Είπαμε αγόρι του Βαρβακεί¬ου».
((Μα αφού αυτόν βρήκα!»
«Όπως τον βρήκες να τον χάσεις. Δε θα γίνουμε σαν τη μαμά σου. Πού ακούστηκε; Έναν άντρα για ό¬λη μας τη ζωή!»
«Αφού μ' αρέσει!» Ό,τι είχες να πάρεις απ' αυτόν, το πήρες. Αν δεν μπορείς να τον αφήσεις τώρα, πότε θα τον αφήσεις; 'Οταν κάνετε το τρίτο σας παιδί;»
Στο επόμενο μάθημα γαλλικών ο Κώστας μου γνέ¬φει από το θρανίο του. Τον βλέπω κιόλας στην εκκλη¬σία, με τον παπά να ψέλνει, τη μαμά να σκουπίζει τα δάκρυα της στα μαντιλάκια με το μονόγραμμα. Όχι, όχι! Καταστράφηκαν όλα: τα φιλιά δεν είναι πια παι¬χνίδι. Οδηγούν σε κάτι άλλο, σοβαρό, τρομακτικό.
"Αυτό είναι το τελευταίο μας φιλί» του λέω μόλις ολοκληρώσει την ιεροτελεστία, την ώρα που φιλάει απαλά τα χείλη μου κι ετοιμάζεται να μ' αγκαλιάσει για να κατηφορίσουμε τη Σίνα. Χειμωνιάζει, οι μέρες μικραίνουν και φυσιολογικά έχεις μεγαλύτερη ανάγκη για αγκαλιές και φιλιά. Όμως η καρδιά μου έχει παγώσει περισσότερο κι απ' τ' αυτιά μου με την ιδέα του γάμου. Δεν είμαι ούτε δεκαπέντε χρονών!
«Τι έπαθες;» ρωτάει ο Κώστας. «Έκανα κάτι στραβό;»
((Όχι, απλώς δε μ' αρέσεις πια».
Ακούγεται πιο σκληρό απ' όσο θα 'θελα, αλλά δεν μπορώ να το πάρω πίσω.
((Κοίτα εδώ χάλια! Είσαι γυναίκα εσύ, πες μου, είσαι γυναίκα;»
Η μαμά πιστεύει πως οι γυναίκες ξεσκονίζουν και ράβουν φορέματα και καθαρίζουν φακές.
«Θα τα μαζέψω σου είπα. Άσε τις υστερίες».
Τρώω μια παντόφλα ξόφαλτσα. Τη σπρώχνω έξω απ' το δωμάτιο, προλαβαίνει να χώσει την άλλη παντόφλα στο άνοιγμα κι έτσι κοπανάω κατά λάθος το πόδι της. Η μαμά ουρλιάζει. Κάθεται εκεί, μπροστά μου, κάνει μια πανάσχημη γκριμάτσα και κλαίει. Όλο κλαίει τελευταία. Επειδή δε μαζεύω τα ρούχα μου, επειδή αργώ τα βράδια και κάνω παρέα με αλήτες, επειδή δεν την υπολογίζω. Κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι φορώντας μια μαύρη πλαστική φόρμα αδυνατίσματος που την κάνει να μοιάζει με υπέρβαρο αστροναύτη. Η φόρμα βγάζει τον ήχο πλαστικής σακούλας σκουπιδιών. Απίστευτα ενοχλητικός θόρυβος που σταματάει μόνο όταν η μαμά ξαπλώνει στον καναπέ για να διαβάσει την καινούργια συνέχεια του αισθηματικού θρίλερ «Το ασημένιο γεράκι» στη Γυναίκα.
«Συγνώμη» ψιθυρίζω.
Η μαμά δεν κλαίει για το πόδι της, αυτό είναι αλλιώτικο κλάμα. Βγάζει μια ψιλούτσικη άναρθρη φωνή, που λες κι έρχεται από το παλιό της σώμα, το αδύνατο, από το βάθος της μαύρης πλαστικής φόρμας.
((Δεν αντέχω άλλο» λέει.
Την αγκαλιάζω, όχι επειδή το θέλω, αλλά επειδή το θέλει εκείνη.
((Τι έχω κάνει λάθος με σένα, τι;»
Θα μ' άρεσε να πει μια φορά: ((τι έχω κάνει λάθος με τον εαυτό μου». Γιατί έχει κάνει κι εκείνη λάθη.
Ετοιμάζεται να μπει στο νοσοκομείο για εγχείριση θυρεοειδούς, αλλά πρώτα γεμίζει την κατάψυξη με μπιφτέκια. Ο μπαμπάς κι εγώ τρώμε αμίλητοι μπροστά στην τηλεόραση παρακολουθώντας το Ντάλλας.
«Πώς πάει το σχολείο;» με ρωτάει.
((Καλά» απαντώ.
Και μετά ακούγεται το μασούλημα του μπιφτεκιού και η φωνή του Τζέι Αρ: ((Μη νομίζεις πως θα περάσει έτσι αυτό. Θα μου το πληρώσεις!».
Τ' απογεύματα κλειδώνομαι στην τουαλέτα. Έχω δουλειά.
Τα βράδια πότε διαβάζω Κοσμοπόλιταν για να μάθω ερωτικά κόλπα που θ' αρέσουν στον Άγγελο και πότε Το δεύτερο φύλο της Σιμόν ντε Μποβουάρ για να μάθω άλλα πράγματα που αρέσουν σε μένα. Ξαπλώνω αργά, περασμένα μεσάνυχτα, παρακολουθώ τις αντανακλάσεις από τα φώτα των αυτοκινήτων στο ταβάνι και ονειρεύομαι πως είμαι η τέλεια γυναίκα: επαναστάτρια σαν την Μποβουάρ, ταχτική σαν τη μαμά μου, ξανθιά σαν την Άννα, ντυμένη όπως οι γυναίκες στο εξώφυλλο του Κοσμοπόλιταν. Μια τέτοια γυναίκα θα 'ναι παράξενη, σχεδόν τέρας. Πρέπει να διαλέξω
((Λοιπόν, θα οργανώσουμε σχέδιο κρούσης».
Η Άννα κάθεται στο κρεβάτι που μοιραζόμαστε κάθε χρόνο με τη θεία Αμαλία.
«Τίποτα δεν πιάνει σου λέω. Ασχολείται μόνο με τις πέτρες».
Ο Άγγελος δεν έγινε πυρηνικός φυσικός τελικά. Πέρασε στη Γεωλογική Σχολή. Ανεβαίνει με τους συμφοιτητές του στα βουνά και ξεθάβει πετρώματα. Έχει μια πεντακοσάρα μηχανή κι αν τον πετύχεις στην παραλιακή της Αίγινας, αδύνατον να τραβήξεις τα μάτια σου από πάνω του: τα κατσαρά του μαλλιά ανεμίζουν, το λευκό του τζην τσακίζει υπέροχα στα γόνατα και το δερμάτινο λουράκι στον καρπό του δίνει μια πολύ ρομαντική αγριάδα. Ο Άγγελος είναι ο πρώτος δεξιός που μου αρέσει. Εντάξει, δεν είναι δεξιός, είναι απολιτικός. Έχει αντικαταστήσει την πολιτική με το σκάψιμο. Τα καλοκαίρια μεγαλώνουμε μαζί. Δε μιλάει στις αδερφές του, σ' εμένα πετάει ένα μασημένο ((γεια», αλλά είναι καλό παιδί. Έχει τη σκληρή καλοσύνη που μ' αρέσει στα αγόρια. Δε θα μπορούσε να γίνει «στυμμένο πουκάμισο», όπως τα παιδιά του Βαρβακείου. Δεν είναι αλαζόνας.
Όταν φτάσαμε στην Αίγινα, η Άννα τον έκοψε από πάνω ως κάτω. Είπε ότι τον βρίσκει μάλλον πληκτικό, αλλά ότι σέβεται την επιλογή μου. Και τώρα καθόμαστε στο κρεβάτι και κάνουμε σχέδια.
((Θα σου δανείσω την μπλε μου μάσκαρα» λέει. ((Πρέπει να ντυθείς πολύ προσεκτικά για να τον γοητεύσεις».
Οταν η Άννα μιλάει για ρούχα ή καλλυντικά ή χρησιμοποιεί τη λέξη γοητεία, ξαφνιάζομαι. Έχω κολλήσει σε μια προηγούμενη εικόνα της, άφυλη, λες και είναι παιδί που μεγάλωσε απροειδοποίητα. Πρέπει συνεχώς να θυμίζω στον εαυτό μου: κοίτα την, φοράει χακί βερμούδα, έχει βάψει τις βλεφαρίδες της με μπλε μάσκαρα, είναι ακαταμάχητη.
«Και πάψε να τρως τα νύχια σου!» φωνάζει.
Τα νύχια της Άννας είναι περασμένα με άχρωμο βερνίκι. Τα μαλλιά της μοσχομυρίζουν. Στο χέρι φοράει ένα βραχιόλι με πράσινες πέτρες. Στ' αυτιά της δυο σκουλαρίκια μισοφέγγαρα. «Δείξε μου τι πρέπει να κάνω». Η Άννα βάζει τα γέλια. Περνάει ένα στρώμα βερνίκι στα ανύπαρκτα νύχια μου. Φέρνει τη βούρτσα της, χτενίζει τα μαλλιά μου μισά μισά. Μου δανείζει σκουλαρίκια και την καινούργια της τζην φούστα. Τέρμα η λευκή πούδρα, τα σκούρα κραγιόν. Ξαναγίναμε κορίτσια. «Τέλεια» λέει. ((Με τα γυαλιά τι θα κάνω;» ((Τα γυαλιά είναι η γοητεία σου, Μαρία!» Με πιάνει από τους ώμους, με στρέφει προς τον ολόσωμο καθρέφτη της ντουλάπας. Βλέπω πρώτα τη δική της αντανάκλαση - το αγγελικό πρόσωπο, το λακκάκι της, τη βαθιά λίμνη στα μάτια. Σκέφτομαι λοιπόν πως είμαι εκείνη. Αλλά η Άννα με ταρακουνά και δεν μπορώ ν' αρνούμαι άλλο την πραγματικότητα: είμαι εντελώς άχρωμη, τα μάτια μου και τα μαλλιά μου έχουν το χρώμα πατημένου σκατού, δικαίως η Αγγελική με φώναζε Τόσκα. Γιατί να 'ναι τόσο όμορφη; Γιατί να μην υπάρχει ένας κομμουνιστής Θεός;