Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Το δημοτικό τραγούδι "Της Νύφης που κακοπάθησε" σε πεζό με αφηγήτρια την πρωταγωνίστρια

<<Της νύφης που κακοπάθησε>>
Όταν έφτασα στα εικοσιπέντε μου οι γονείς μου και τα αδέρφια μου το έβαλαν σκοπό να με παντρέψουν. Μήνες μου έκαναν προξενιά και μου έταζαν τεράστιες προίκες. Εγώ στην πραγματικότητα δεν ήθελα να παντρευτώ, τουλάχιστον όχι τόσο νωρίς. Παρόλα αυτά εγώ ήμουν η μόνη που δεν είχα λόγο για αυτό. Η κοινωνική υποχρέωση της οικογένειας ήταν πιο αναγκαίο να εκπληρωθεί από ό,τι η προσωπική μου επιθυμία.
Μου έδωσαν καράβια, χρυσαφικά και πολλά άλλα αντικείμενα αξίας για προίκα, που έφταναν για να ζήσω χωρίς να δουλέψω ποτέ ούτε εγώ ούτε ο άντρας μου. Δυστυχώς όμως, τα πράγματα δεν πήγαν τόσο καλά. Ο άντρας μου απέχτησε τρέλα με το χρηματιστήριο χωρίς όμως να έχει επιχειρηματικό μυαλό. Λογικό ήταν να χάσουμε όλη μου την προίκα. Και του το έλεγα εγώ να σταματήσει να παίζει, αλλά του κόλλησε σαν αρρώστια. Αφού λοιπόν τα χάσαμε όλα αρχίσαμε να δουλεύουμε σε ξένα σπίτια σα δούλοι για να βγάλουμε τα απαραίτητα. Εγώ, μια κυρία από πλούσιο σπίτι, κατάντησα να δουλεύω για άλλους! Αυτό δεν ήταν η κοινωνική καταξίωση που μου έταξαν οι γονείς μου. Ήταν η πλήρης εξαθλίωση και ξεφτίλα του ονόματός και της οικογένειάς μου.
Δεν μπορούσα να ανεχτώ άλλο αυτή την κατάσταση. Έτσι αποφάσισα διστακτικά να ζητήσω από τον άντρα μου να μου δώσει την άδεια να γυρίσω πίσω στη μητέρα μου. Όπως το περίμενα, δε με άφησε. Άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται ότι δεν μπορεί να με αφήσει γιατί ντρέπεται. Ντρεπόταν, και με το δίκιο του κιόλας, την οικογένειά μου. Που με παντρεύτηκε πλούσια και με κατάντησε δούλα.
Εγώ όμως βαρέθηκα να είμαι άβουλη και να την παθαίνω στο τέλος. Οπότε αποφάσισα να φύγω κρυφά από τον άντρα μου. Έτσι μια μέρα αντί να πάω στην δουλειά μου κίνησα για το πατρικό μου. Μετά από μεγάλο ταξίδι έφτασα στην είσοδο του σπιτιού. Εκεί βρήκα μια υπηρέτρια να πλένει ρούχα. Πρέπει να ήταν καινούρια στη δουλειά, γιατί δεν την θυμόμουν. Αλλά έτσι κι αλλιώς τόσα χρόνια πέρασαν από τότε που είχα να επισκεφθώ τη μητέρα μου. Πώς να θυμάμαι και τις υπηρέτριες του σπιτιού;
Αισθανόμουν ξένη στο ίδιο μου το σπίτι, στην ίδια μου την οικογένεια. Όχι, αποφάσισα να μη φανερώσω την ταυτότητά μου ούτε στις δούλες ούτε στη μητέρα μου. Ντρέπομαι πάρα πολύ για να κάνω κάτι τέτοιο. Τόσα χρόνια δε σκέφτηκα να επισκεφθώ μα φορά την μητέρα μου και τώρα που την έχω ανάγκη το κάνω. Τέλος πάντων, μετά ζήτησα από την υπηρέτρια να μεσολαβήσει στη μητέρα μου ώστε να με πάρει κι εμένα στη δουλειά.
Τελικά η μητέρα μου με προσέλαβε. Ήταν πραγματικά τόσο συγκινητικό και τόσο απίστευτα ενοχλητικό να βλέπω τη μητέρα μου και να μην μπορώ να την αγκαλιάσω μετά από τόσα χρόνια. Να της πω τα όσα πέρασα, για τον άτυχο γάμο μου και τη ζωή μου μακριά της. Δεν άντεξα και την ώρα που δούλευα στον αργαλειό με πήραν τα κλάματα, θρηνούσα και καταριόμουν τη μοίρα μου. Η μητέρα μου όμως άκουσε τους θρήνους μου και έμαθε σχεδόν τα πάντα για μένα. Όταν την είδα να ξεπροβάλει από τη μισάνοιχτη πόρτα φορτωμένη δάκρυα ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Φοβήθηκα μήπως θυμώσει μαζί μου. Πλέον τα ήξερε όλα. Για καλή μου τύχη όμως η μητέρα μου όρμησε πάνω μου και με αγκάλιασε ευτυχισμένη που με ξαναβρήκε. Κι εγώ τότε ένιωσα πανευτυχής. Ένιωσα πραγματικά ικανοποιημένη για την απόφασή μου να γυρίσω σπίτι, στη μητέρα μου.

Γκουντιντά Δήμητρα Α1’

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου